Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Το τραγί

 

Στα παιδικάτα μου, ήταν αλλιώς ο κόσμος. Εμείς στα χωριά, όχι μόνο διατηρούσαμε λίγα οικόσιτα που μας παρείχαν γάλα, τυρί, αυγά, κρέας, μα είμασταν συνηθισμένοι και με τη σφαγή τους. Άπειρες φορές θυμάμαι τη μάνα να χάνεται λίγη ώρα στην πίσω αυλή και να επιστρέφει με ένα πανέρι γεμάτο με σφαγμένα κοτόπουλα, πάπιες, γαλοπούλες, κουνέλια. Αλλά και ο πατέρας έσφαζε στη πίσω αυλή το χοιρινό των Χριστουγέννων ή αρνιά κάθε τόσο. Εκείνος μάλιστα επέμενε να με έχει βοηθό του σε κάθε σφαγή. Πιάναμε το αρνί και το γυρίζαμε στο πλάι. Ο πατέρας το πατούσε στη μέση με το γόνατο και το έσφαζε. Ούτε θυμάμαι πόσους σφαγμένα αρνιά έχω δει στη ζωή μου. Να ρέει το αίμα από τον κομμένο λαιμό και κείνο το άμοιρο να σφαδάζει για λίγο και μετά να παραδίνεται εντελώς άψυχο. Μετά το κρεμούσαμε σε ένα τσιγκέλι και ο πατέρας το έγδερνε και αφαιρούσε τα σπλάχνα... 
   Συνηθισμένος σε τέτοιες εικόνες ήμουν, αλλά δεν ξέρω αν εξοικειώθηκα ποτέ μαζί τους. Κι ας είμαι αμετανόητος κρεατοφάγος. Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι εξοικειώνονται πραγματικά ποτέ με τη σφαγή του θύματός τους. Κάποτε μιλούσα με έναν μεγαλοκτηνοτρόφο. Θάχει σφάξει με τα ίδια του τα χέρια, χιλιάδες αμνοερίφια...
  -Ξέρεις σε πόσα έχω χαρίσει τη ζωή τελευταία στιγμή; μου είπε.
  -Γιατί; ρώτησα.
  -Μερικά δακρύζουν, κλαίνε! Δε μπορώ να τα μαχαιρώσω, τ΄αφήνω, φεύγουνε!
  Θα τον έλεγες ψυχρό μετά από τόσες σφαγές μιας ολόκληρης ζωής, που στο κάτω κάτω είναι η δουλειά του, ζει τα παιδιά του μ΄αυτήν. Κι όμως έρχονται στιγμές που λυγίζει και κείνος. Δεν είναι όσο εύκολο φαίνεται, να είναι κανείς θύτης. 
   Καλύτερο βέβαια, από το να είναι θύμα...

   Θα ήμουν γύρω στα τριάντα πια, όταν με φώναξε μια φορά ο πατέρας να τον βοηθήσω να σφάξει ένα τραγόπουλο. Ήταν θυμάμαι ένα μαύρο, γυαλιστερό, όμορφο ζωντανό, μ΄ ένα γενάκι κάτω από το σαγόνι. Όμως όταν το πιάσαμε και πριν το ρίξουμε κάτω, ο πατέρας αντί να πάρει τη συνηθισμένη του θέση, με έβαλε εμένα μπροστά...
   -Σήμερα θα το σφάξεις εσύ! Έκανες τη δική σου οικογένεια τώρα. Πρέπει να μάθεις!
   Και μου έδωσε το μαχαίρι! Τα έχασα. Πήγα να αρνηθώ, αλλά ντράπηκα. Αν αρνιόμουν μπορεί να θεωρούσε πως δεν ήμουν άξιος να θρέψω την οικογενειά μου. Έπιασα το τραγόπουλο και το γύρισα στο πλάι. Ο πατέρας κρατούσε τα πίσω πόδια. Έβαλα το γόνατο στη μέση του και έριξα αρκετό από το βάρος μου πάνω του. Όταν όμως έπιασα το κεφάλι του, να το ξανοίξω προς τα πίσω για να φανερωθεί καλύτερα ο λαιμός, εκείνο άρχισε να σπαρταρά και να τρέμει από τον φόβο του. Το ένιωθα ανήμπορο στο έλεός μου, ένιωθα το τρέμουλο να διαπερνά όλο του το κορμί και να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα και το δικό μου πόδι. Κάτι μέσα μου έλεγε να πετάξω το μαχαίρι και να τρέξω μακριά. Έριξα ένα γρήγορο βλέμμα στον πατέρα. Ήταν σκυμμένος στα καπούλια του ζώου και περίμενε σοβαρά να δει τι θα κάνω. Όχι, δεν μπορούσα να φύγω. Θα ήταν λιποταξία. Θα ήμουν ανάξιος. Δεν έφτιαξα εγώ αυτόν τον κόσμο, ήμουν απλά μέρος του και έπρεπε να αποδεχθώ τους νόμους του. Έπρεπε να θρέψω και γω τα παιδιά μου. Όμως αυτό το τρέμουλο με συντάραζε. Γιατί να είναι έτσι φτιαγμένος ο κόσμος; Δε θα έφευγα. Δε θα πετούσα το μαχαίρι. Έπρεπε όμως να τελειώσει γρήγορα και το μαρτύριο αυτού του απροστάτευτου ζώου, που συνέχιζε να τρέμει από φόβο στα χέρια μου. Έφερα γρήγορα το μαχαίρι στο λαιμό του και τον έκοψα. Κόπηκε πολύ πιο εύκολα, απ΄ ό,τι περίμενα. Το αίμα άρχισε να ρέει στο χώμα. Για ένα δύο λεπτά το ζώο σπαρταρούσε στα χέρια μου, το κρατούσα με δύναμη λες και μπορούσε να φύγει. Η αντίδρασή του όμως όσο πήγαινε λιγόστευε, έχανε τη δύναμη του, μέχρι που ακινητοποιήθηκε εντελώς. Σκούπισα κι απ΄τις δύο μεριές το μαχαίρι από το αίμα, πάνω στις μαύρες τρίχες του νεκρού ζώου και σηκώθηκα ανακουφισμένος. 
   Δεν ξανάσφαξα ζωντανό. Όταν θέλω κρέας, πηγαίνω στον χασάπη. Ξέρω όμως πως δεν αλλάζει κάτι αυτό. Ακόμη κι έτσι, είναι σα να το έχω σφάξει εγώ. Με το αόρατο χέρι μου. Το ίδιο ένοχος με τον κάθε δήμιο. Απλά, δεν αντέχω τόση αμεσότητα. Προτιμώ την ανόητη λήθη...

Το δώρον της Αφροδίτης

 

Θα ήτο έως δέκα οκτώ ετών ο Θέμης, το έτος εκείνο όπου διέμενεν εις το ξενοδοχείον, ίνα προετοιμασθή διά τας πανελληνίους εξετάσεις του. Παρηκολούθει το μεταλυκειακόν, όπου παρηκολούθουν όσοι τελειόφοιτοι μαθηταί του Λυκείου, είχον αποτύχει το τελευταίον έτος να εισαχθούν εις το Πανεπιστήμιον ή όσοι δεν ήσαν ηυχαριστημένοι με την Σχολήν εις την οποίαν είχον εισαχθεί και επεθύμουν, να εισαχθούν εις άλλην. Οι περισσότεροι μαθηταί του μεταλυκειακού, ήσαν σοβαροί και επιμελείς. Άλλως δεν υπήρχεν λόγος να επεκτείνουν έτι τας μαθητικάς σπουδάς των. Κάλλιο να εσυνέχιζαν τον βίον τους αλλαχού, διά να εύρουν τον δρόμον τους...

   Ο Θέμης είχεν αποτύχει εις τας εξετάσεις του προηγουμένου έτους, ουχί από έλλειψιν πνεύματος, αλλά εξ αφελείας και έλλειψιν προκαθορισμένου στόχου. Ίσως να είχεν χάσει και την πίστιν εις τον εαυτόν του, ικανό διάστημα διά λόγους που δεν είναι της παρούσης. Λοιπόν, το περασμένον έτος δεν εδιάβαζεν ως απήτουν αι περιστάσεις. Μα ότε απεφάσισεν να δοκιμάση ξανά, εστρώθη κανονικώς! Από τας πρώτας ημέρας παρηκολούθει προσεκτικώς τας παραδόσεις των καθηγητών και εις το δωμάτιόν του εδιάβαζεν μετά ζήλου. Εδοκιμάσθη όμως εις τον αγώναν του να επιτύχη και ιδού πώς...
  Έναν μήνα περίπου μετά την έναρξιν των μαθημάτων -τα οποία εγένοντο εις το παλαιόν του Λύκειον, εν τρίωρον κάθε εσπέρας- αίφνης ενεφανίσθη εις την αίθουσαν κοπέλα εκπάγλου καλλονής! Έφθασεν ομού με την φιλόλογον, η οποία την εσύστησεν αρχικώς εις τους μαθητάς, λέγουσα προσέτι πως επαγγελματικοί λόγοι την εκράτησαν άχρι τούδε, μακράν των παραδόσεων. Εις το εξής όμως, θα παρακολουθεί ανελλιπώς...
   Η κοπέλα ήτο πράγματι πειρασμός! Ως εκείνα τα άνθη όπου είναι ξέχειλα από νέκταρ. Εις το ζενίθ των χρωμάτων! Εκάθισεν εις γειτνιάζον θρανίο με το θρανίο του Θέμη και καθήμενη του έριψεν έν αστραποβόλον βλέμμα και μειδίαμα, όπου ο Θέμης τα εχρειάσθη!

    ΄΄Καλά δεν ήμασταν μέχρι τώρα;΄΄εσκέφθη και έσκυψεν εις το βιβλίον του.

 

    Η καλλονή που ήκουγε εις το όνομα Ρένα, ήτο τρία έτη μεγαλυτέρα του Θέμη. Εισελθούσα όμως από μικρά εις τον αγώνα του βίου, απώλεσε προσωρινώς  την επιθυμίαν ή την ελπίδα να έμβη εις κάποιαν Σχολήν. Προσφάτως όμως, απεφάσισεν να ξαναδοκιμάση.

   Ήτο υψηλή, εύσχημος, μελαχρινώσα με λευκόν δέρμα και πρόσωπον ηδυπαθές ως κάλεσμα. Τα χείλη ερωτικά, φιλήδονα και μάτια καστανά ευμεγέθη ως απαστράπτουσαι λίμναι εις του ηλίου το φως. Λαιμός κύκνου. Ήτο ωραιοτάτη γυνή, η οποία υπό άλλας συνθήκας θα ημπορούσε να είναι καλλιτέχνις, ηθοποιός ή τι άλλο, διά να καταπλήττη τα πλήθη εις τα θέατρα και τας οθόνας. Ποίος ηξεύρει όμως, ποία τύχη την έκαμε να εργάζεται ως γραμματεύς οκτώ και δέκα ώρας την ημέραν, εις εν αποπνικτικόν και ασθενικόν γραφείον.

    Από την πρώτην στιγμήν που η Ρένα ενεφανίσθη εις την αίθουσαν, έδειξεν μίαν προτίμησην εις τον Θέμην. Σαφώς ερωτική! Ο μαθητής έως τότε, ήτο χαμένος εις τα συνέδρια του Λάιμπαχ και της Βερόνας, εις τας συναρτήσεις και τας παραγώγους των μαθηματικών, εις τους Αουγκούστ Κοντ και  Μαξ Βέμπερ της κοινωνιολογίας. Και ευρέθη αίφνης να τον φλερτάρει καθημερινώς, γυνή καλλονή και μοιραία! Ήτο και σχετικώς αμαθής βεβαίως εις τα τοιαύτα ο Θέμης. Αι ερωτικαί έως τότε εμπειρίαι του, πενιχραί. Η Ρένα όμως έμπειρος και ωραία, έδειχνεν χωρίς την παραμικράν αναστολήν τας προθέσεις της. Έστρεφεν πολλάκις την κεφαλήν κατά την διάρκειαν του μαθήματος και του χαμογελούσεν. Εις το διάλειμμα τον εκουβέντιαζεν συνεχώς και ήθελεν να μανθάνη τα πάντα περί αυτού. Τι μουσική του αρέσει,  πού διαμένει, εάν έχει σχέσιν και τα τοιαύτα. Σύντομα λοιπόν, ο Μαξ Βέμπερ, αι συναρτήσεις και τα συνέδρια της Βερόνας, ήρχισαν αργά να βυθίζονται εις την βάσην της πυραμίδος των ενδιαφερόντων του Θέμη και απέμεινεν εις την κορυφήν, μόνον το πρόσωπον και το... ελκυστικότατον σώμα της Ρένας. Ίσως να ήτο η θεσπεσία μύστις που στέλλει η θεά Αφροδίτη εις κάθε αγόρι, να το μυήση εις την τέχνην του έρωτος και να το μεταμορφώση εις άνδρα. Αλλά η μύστις είχεν έρθει εις ακατάλληλον χρόνον.

  Παρά το πάρωρον όμως της εμφανίσεώς της, είχεν καταφέρει εντός συντόμου διαστήματος, να θέση τον Θέμη εις την τροχιάν της. Ως να ήτο εκείνος εις μικρός, πτωχός πλανήτης, ός είχεν χάσει τον δρόμον του και εγύριζεν πια, ουχί γύρω από τον ήλιον ως έδει, αλλά γύρω υπό μιας οπτασίας όπου αίφνης ενεφανίσθη εις τον κόσμον και την έλεγαν... Ρένα! Με την σκέψιν της ξυπνούσε και με την σκέψιν της εκοιμάτο πια ο Θέμης...


    Έν απόγευμα εκείνων των ημερών, είχεν φτιάξει καφέν εις το μικρό δώμα του ξενοδοχείου όπου διέμενε και είχεν ηνοίξει το βιβλίον της ιστορίας, προσπαθών επιτέλους να συγκεντρωθή. Ματαίως όμως. Ματαίως πάλιν και πάλιν! Όσον και να προσεπάθει... μετά την τρίτην σειράν, εχάνοντο αι έννοιαι, εχάνοντο αι χρονολογίαι και τα ονόματα και εις την σελίδα ενεφανίζετο το πρόσωπον της Ρένας. Να μειδιά επί πονηροίς και να τον καλεί ηδυπαθώς. Ο Θέμης θυμωθείς έκλεισεν το βιβλίον και το επέταξεν εις το κρεβάτι, αντιλαμβανόμενος πια πως είχεν μπλέξει άσχημα, με αυτόν τον πειρασμόν που εφανερώθη εις τον ήσυχον άχρι τούδε, κόσμον του. Αν εσυνεχίζετο αυτή η κατάστασις, θα έχανε και εφέτος τας εξετάσεις του. Επάνω εκεί, εκτύπησεν η πόρτα. Ο Θέμης εθεώρησεν πως θα ήτο εις εκ των ολίγων φίλων που τον επεσκέπτοντο ενίοτε και ανεκουφίσθη. Ουχί μόνον θα περνούσε αβασανίστως η ώρα με τον φίλον, αλλά εάν ήτο και εκ των εμπίστων, πιθανώς να εξομολογείτο και το ερωτικόν του μαρτύριον διά να ξαλαφρώση. Και ίσως να ενεστερνίζετο και κάποιαν συμβουλήν, προς αποφυγήν των χειρίστων. Με αυτήν την διάθεσιν λοιπόν, ήνοιξε την θύραν...

  Αντί διά φίλον όμως, ο Θέμης αντίκρισεν την Ρένα! Ο πειρασμός ήτο ανένδοτος και ίστατο ολοζώντανος εμπρός του!

   -Καλησπέρα!

   -Καλησπέρα...

   -Στο είχα πει πως θα έρθω!

   Ο Θέμης προσεπάθησε τάχιστα να ενθυμηθή πότε του είχεν ειπεί πως θα ήρχετο, αλλά δεν ενεθυμήθη. Καλά καλά δεν ενεθυμείτο εάν της είχεν ειπεί πού διέμενε. Η Ρένα όμως ήξευρε και τώρα εστέκετο μειδιούσα, πανέμορφος, με μίαν κοντήν φούσταν πολύ άνω των γονάτων, εμπρός του. Και ήτο διά πρώτην φοράν βαμμένη εις τα όμματα και τα μήλα του προσώπου. Και ερυθρό κραγιόν εις τα χείλη. Προσπαθών να ανακτήση την ψυχραιμίαν του, της έκαμε χώρο διά να εισέλθη. Έν κύμα γυναικείου, μεθυστικού αρώματος, εισέβαλλεν εις το δώμα του Θέμη. Έκλεισε την θύραν και ησθάνθη ως να ήτο φυλακισθείς εις κλωβόν, ομού με αδηφάγον λέαιναν. Είχεν ιδεί εν τέτοιον θέαμα, εις τας οθόνας με τον Τσάρλι Τσάπλιν...

   Η Ρένα ήρχισε να περιφέρηται, επιθεωρώσα το μικρόν δώμα του Θέμη, ο οποίος προσεπάθει να ανακτήση την ψυχραιμίαν του.                                                   

   -Να σου κάνω καφέ;

   -Ναι, μέτριο με γάλα αν έχεις...

  Ο Θέμης επήγε εις το ψυγείον, όπου επάνω του διετήρει καφέν και ζάχαρην και ήρχισε να τον ετοιμάζη, ενώ μύριαι σκέψεις επερνούσαν από το μυαλό του. Ουδεμία αμφιβολία υπήρξεν, διά τον λόγον όπου εκείνη είχεν έλθει εις το δώμα του. Δεν ήτο καμμία παρθένος, ωσάν τας πρώην συμμαθητρίας του, όπου διά να αποσπάση τις ένα φιλί, έπρεπε να τας πολιορκήση μήνας και έτη ως ο Κουταχής το Μεσολόγγιον ή ως ο Μωάμεθ την Πόλιν. Κάθε γυνή επιθυμεί τον μύθον της ίνα κατακτηθή, αλλά η Ρένα δεν ήτο κάθε γυναίκα. Ελευθερίων ηθών και αρκετά μεγάλη διά να ικανοποιείται μόνον με φλερτ, φιλιά και παίγνια. Μάλλον είχε ξεπεράσει προ πολλού τους μύθους του έρωτος. Είχεν έλθει αίφνης εις το δώμα του, δυόμιση ώρας πριν αρχίσει το μάθημα, επί σκοπού... διά να τελειώση η υπόθεσις! Ήτο ολοφάνερον! Επί πλέον δεν ήτο ερωτευμένη με τον Θέμην, το θέμα δεν ήτο αισθηματικόν, ήτο καθαρώς σαρκικόν. Της ήρεσε μάλλον και ήθελε να τον απολαύση σωματικώς. Και επιτέλους, ίσως το μεταλυκειακόν να ήτο μία διέξοδος διά την Ρένα, μόνο και μόνο διά να εύρη τον έρωτα. Διότι απ΄ ό,τι είχεν δείξει άχρι τούδε, τα μαθήματα δεν την πολυενδιέφερον. Ενεγράφη μάλλον εις το μεταλυκειακόν, διά να έχη μία ερωτικήν διέξοδον. Διά να εύρη εραστήν, πού το κακόν; Ήτο όντως μία χρυσή ευκαιρία διά τον Θέμην, να μυηθή εις τον έρωτα από αυτήν την ωραία γυναίκα, όπου έκαμε τα πάντα να του δείξη πως ήτο διαθέσιμη. Το ερώτημα όμως... άλλο. Εάν και ο Θέμης, ήτο το ίδιο έτοιμος και διαθέσιμος. Πώς ημπορούσε ούτος ο άπειρος νεανίας των δέκα οκτώ ετών, με το πενιχρόν ερωτικό παρελθόν, να κάμη καλά μίαν αδηφάγον λέαιναν;

   Ο καφές ητοιμάσθη, η Ρένα ήρχισε να τον πίει περιφερόμενη αργά εις το δώμα, βαστώσα τον εις την δεξιάν χείρα με τους πολλούς δακτυλίους εις τους ωραίους δαχτύλους της. Ήτο η αρχόντισσα του απογεύματος και το ήξευρε. Εμειδία συνεχώς, εμειδία ομιλούσα και διά τα πιο απλά πράγματα. Ο Θέμης καθήμενος εις μιαν καθέκλαν, προσεπάθει να συμμετάσχη εις τα λεγόμενα, μα αλλού έτρεχεν ο νους του. Τι έπρεπε να κάμη; Να αναμένη δική της κίνηση ή να τα παίξη όλα για όλα; Και αν τον απέριπτε; Πονεί μια απόρριψις εις αυτήν την ηλικίαν. Όμως όλα ήσαν φως φανάρι! Δεν ήλθεν εις το δώμα του η Ρένα διά να πίη φραπέν! Κάποιαν στιγμή, εκείνη, ηκούμπισε εις το έπιπλο του καθρέπτου. Μισή καθήμενη, μισή ορθία. Η φούστα πια ήτο πολύ άνω των γονάτων, αποκαλύπτουσα δύο υπέροχους λεπτοφυείς πόδας. Πόδας ελαφίνας! Εστάθη εκεί και τον έβλεπε μειδιώσα προκλητικώς. Ο Θέμης το απεφάσισεν. Δεν ήτο δα και τόσο ανόητος. Εσηκώθη, την επλησίασε, έγειρε ολίγον και ήρχισε τρεμάμενος να την φιλά απαλά εις τον μακρύν, λευκόν λαιμόν της. Η Ρένα δεν ανθέστη. Απέμεινεν εκεί, ανυψώσα ολίγον την κεφαλήν, ίνα τον ευκολύνη εις το έργον του. Δεν εσήκωσε τας χείρας να τον απομακρύνη, δεν έκαμε κάποιαν βιαίαν κίνησιν εναντίον του. Παρέμενεν εκεί μειδιώσα, απολαμβάνουσα το συρτόν απαλόν φιλί εις τον λαιμόν της, ασθμαίνουσα ελαφρώς. Παραλλήλως όμως, εψιθύριζεν την λέξιν... ΄΄Σταμάτα...΄΄.

    -Σταμάτα... σταμάταα... σταμάταααα...

  Ο Θέμης κατάλαβε βεβαίως ότι ετούτο δεν ήτο κυριολεκτικόν ΄΄σταμάτα΄΄. Είχε άλλην έννοιαν. Ομοίαζε περισότερο με... απειλή! Σταμάτα μικρέ, γιατί αν εσύ θες μία, εγώ θέλω δύο! Σταμάτα, γιατί δε θέλω πολύ να σε σπρώξω στο κρεβάτι.... Σταμάτα γιατί αν μπλέξεις μαζί μου, θα έχεις κακά ξεμπερδέματα.... Αυτό όμως, ήτο και το λάθος της. Διότι ακριβώς εδώ, ο Θέμης εστράβωσεν. Αφού παιδί μου θες, γιατί λες σταμάτα; Αφού όλο το σώμα έχει ήδη δοθεί, διατί τα χείλη σου λέγουν αλλέως; Έκαμεν λοιπόν, αυτό που δεν επεθύμει πραγματικώς η Ρένα. Εσταμάτησε και θυμωθείς, απεμακρύνθη πεισματικώς από εκείνην. Εκάθισεν πάλιν εις την καθέκλαν!

    -Σταματώ λοιπόν!

    Η Ρένα είχεν ερυθριάσει εις το πρόσωπον μα παρά την απομάκρυνσίν του, έδειχνε χαρούμενη, διότι είχεν καταλάβει πια, ότι ήρεσε τελικώς και αυτή εις τον Θέμην, αφού εκείνος εξεφράσθη επιτέλους και επετέθη ερωτικώς εις τον αισθησιακόν λαιμόν της.

  Όμως, ουδέν άλλον εγένετο το απόγευμα εκείνο, εις το δώμα του Θέμη. Οι δύο παρολίγον ερασταί, αφού εξήντλησαν την υπόλοιπην ώραν τους ομιλώντες περί ανέμων και υδάτων, κάποτε εξεκίνησαν ομού διά το σχολείον. Υπήρχεν μία ζέσις ακόμη ανάμεσά τους. Ομιλούσαν και εγελούσαν. Όλα έδειχναν, πως ήσαν και οι δύο ικανοποιημένοι με ό, τι έγινε. Ο πάγος είχεν σπάσει, οπότε ήτο ζήτημα ημερών -δια να μην είπωμεν ωρών-  να ολοκληρωθή η κατάστασις...
  Φευ όμως! Ο αμαθής εις τα τοιούτα Θέμης, τα εγκρέμισεν όλα εν μία νυκτί! Διά την ακρίβειαν, τα εγκρέμισεν όλα, εντός ενός διαλείμματος. Διότι το ίδιο βράδυ έκαμεν κάτι εντελώς παράλογον! Εις ένα διάλειμμα -χωρίς να υπάρχει ουδείς προφανής λόγος- ευρέθη να χαριεντίζεται εις τον αύλειον χώρον του σχολείου, με ετέραν συμμαθήτριαν του μεταλυκειακού -ας την πούμε Μαρίαν- την οποίαν άχρι τούδε, ουδέποτε είδεν ερωτικώς! Εφιλίετο και εχαριεντίζετο μαζί της τουλάχιστον εν τέταρτον, εις την έξωθεν μικράν κλίμακα του ναού που υπήρχεν εντός του σχολείου και μόνο ότε είχεν αρχίσει το μάθημα, εισέβαλλαν ομού εις την αίθουσαν, αναμαλλιασμένοι και ξαναμμένοι και εις τέτοιαν κατάστασιν, ώστε ακόμη και μία όρνις να ήτο εκεί, θα εκαταλάβαινε τι έκαμον οι δύο των τα προηγούμενα λεπτά, εις το σκότος του αύλειου χώρου του σχολείου των...

 Όπως ήτο φυσικό, η υπόθεσις με την Ρένα εναυάγησε άπαξ διά παντός! Αφού και μία όρνις θα εκαταλάβαινε τι έκαμε ο Θέμης με τη Μαρία εκείνο το βράδυ, μόνο να φαντασθή δύναται τις, πόσα εκατάλαβε η Ρένα, που ήτο γαλή με πέταλα εις τα τοιούτα! Δεν του είπεν τίποτα απολύτως. Η συμπεριφορά της από εκείνο το βράδυ όμως, ήλλαξε άρδην. Του εφέρετο φιλικώς πια, αλλά μόνον φιλικώς. Ως να ήτο ο μικρός αδελφός της. Και έρριψεν αλλού τον ερωτικόν προβολέαν της. Ματαίως ο Θέμης επερίμενε τα παλαιά φλερτ, τας εντέχνους νύξεις, τα ερωτικά της υπονοούμενα. Ματαίως επερίμενε το  ποθητό χτύπημα εις την θύραν του, όπου θα ενεφανίζετο πάλι εκείνη. Ώσπου κατάλαβε ότι το πουλί είχεν πετάξει. Και τα έβαλε με τον εαυτό του, όπου είχεν φερθεί τόσον ανωρίμως. Και το ωραίον, πως με την Μαρίαν δεν ευρέθη ξανά ποτέ εις ερωτικήν διάθεσιν. Αίφνης εσυμπεριφέροντο οι δυο τους, ως να μην είχεν γίνει το παραμικρόν ανάμεσά τους. Μα δεν τον έγνοιαζε ερωτικώς η Μαρία. Το θέμα ήτο η Ρένα μα εκείνη, αφού αντελήφθη με τι... μόμολο είχε να κάμει, επέταξε μακριά. Και απέμεινεν πάλι μόνος ο φτωχός Θέμης, να έχη από πάνω και ενοχάς. Διατί είχεν φερθεί ανεντίμως και απέναντι εις την Ρένα και απέναντι της Μαρίας. Ναι, ανεντίμως! Ματαίως προσεπάθει να εύρη έναν λόγον που να δικαιολογή την παράλογον πράξιν του. Μήπως το έκαμε διά να ζηλέψει η Ρένα και να πέση εις την αγκάλην του; Μα εκείνη είχεν ήδη πέσει, ήτο ζήτημα ημερών -διά να μην πούμε ωρών- να τελειώσει η υπόθεσις. Μα τότε; Τι αυτοκαταστροφή ήτο αυτή; Μόνον έναν λόγον ευρήκε τελικά ο Θέμης, που ενδεχομένως να εδικαιολόγει την ανόητον και ανέντιμον πράξιν του. Και ο  λόγος ήτο, πως ήθελεν να καταστρέψει πραγματικώς αυτήν την σχέσιν εν τη γενέσει της! Διότι θα τον απεμάκρυνε ίσως από τον σκοπόν του, να εισέλθη εις το πανεπιστήμιον. Διότι ούτος ο αμαθής και ανώριμος νεανίας, ένοιωθε αδύναμος έμπροσθεν του ερωτικού θηλυκού σίφουνα! Και θα ημπορούσε εντός ολίγου, να καταλήξη παίγνιον εις τα χέρια της. Ενώ είχεν τον σκοπόν του, το έτος εκείνο...

  Ολίγον αργότερα ετελείωσαν πραγματικά όλα. Έν σούρουπον που ο Θέμης επήγαινε εις τα μαθήματά του, όλως τυχαίως είδε την Ρέναν εις μίαν οδόν εντός οχήματος. Εις την θέσιν του οδηγού, εκάθητο ωραίος μυστακοφόρος ανήρ, τριάντα περίπου ετών. Το βλέμμα του Θέμη εσυναντήθη με της Ρένας και του εφάνη πως τον εκοίταξε με κατανόηση και αγάπη ως να του έλεγεν... ''Μακάρι να μην ήσουν τόσο ανόητος και ανώριμος''...

  Δεν ήλθεν εις το μάθημα η Ρένα εκείνην την ημέραν. Από τότε ο Θέμης ήρχισε να επανέρχεται. Επόνεσε κάποιας ημέρας, αλλά ανεκουφίσθη συνάμα. Όταν ήνοιξε πάλι τα βιβλία του και ήρχισαν να εμφανίζονται ξανά εις την θέσιν τους τα συνέδρια του Λάιμπαχ και αι συναρτήσεις, χωρίς να παρουσιάζεται το πρόσωπον και το σώμα της Ρένας, εκατάλαβε ότι είχε περάσει ως ο Οδυσσέας από την νήσον των Σειρήνων, αλλά είχεν σωθεί. Είχε θυσιάσει έναν πολύτιμον έρωτα μα όσο κι αν επόνεσε αυτό, είχε βγει εις την λεωφόρον της ζωής και ήτο ξανά εντός του στόχου του. Εκατάλαβε, ότι δεν δυνάμεθα να τα έχωμε όλα. Πάντα κάτι κερδίζομε, κάτι χάνομε. Εκείνο το έτος, ο Θέμης ίσως να μην ωρίμασε ερωτικώς, ωρίμασε όμως εν την ζωή. Η ανοησία που επέδειξε εις το ζήτημα, ενδεχομένως να προέρχετο από εν... de profundis ένστικτο αυτοσυντήρησης. Από μίαν ψυχικήν και εγκεφαλικήν λειτουργία αυτοπροστασίας, διά να μην εξέλθη από τον στόχον του. Διότι τον έρωτα ηκολουθεί πάντα βάσανος. Ζήλειαι, μελαγχολίαι και τα τοιαύτα. Και δεν χωρούν δύο καρπούζια εις μίαν μασχάλην. Κατέστρεψεν λοιπόν, το ριψοκίνδυνον ενδεχόμενον. Δι΄αυτό ίσως, ο στόχος αργότερα επετεύχθη. Ο Θέμης επέρασεν εις το πανεπιστήμιον. Εξ΄άλλου, ήτο ακόμη μικρός. Είχεν καιρόν διά έρωτες...

    Πάντα ενεθυμείτο όμως, με αγάπη την Ρένα. Οι δρόμοι των ανθρώπων, κάποτε χωρίζουν. Και οι δύο παρ'ολίγον ερασταί, έμειναν φίλοι έως την αποχαιρετιστήριον εορτή του Ιουνίου, η οποία έγινεν μετά τας εξετάσεις, εις μίαν ταβέρναν της επαρχιακής πόλης. Μετέβη με όχημα εκεί η παρέα των υποψηφίων και επειδή εις το όχημα που επέβαινε ο Θέμης επερίσσευε εν άτομον, η Ρένα εκάθισε εις τους πόδας του...

   -Εγώ θα καθίσω στα πόδια του Θέμη! είπε και εκάθισε αγκαλιάζουσά τον.

   Εφόρει πάλι εν μεθυστικόν άρωμα και πάλι μίαν κοντήν φούστα. Όπως εκάθητο εκεί εις την αγκάλην του, ήσκυψε μίαν στιγμή και εψιθύρισε...

   -Τώρα που έγραψες καλά, θα φύγεις ε;

    Ο Θέμης έγνεψε καταφατικά...

    -Ναι!

    -Κρίμα... θα σε χάσουμε...

   Ήθελε να της ειπή εν μεγάλο συγγνώμη, μα δεν το έκαμε. Την εξετίμα και ως άνθρωπο την Ρένα. Ήτο καλόκαρδη, θετικός άνθρωπος. Ίσως όμως είχεν καταλάβει και εκείνη την αιτίαν της παράλογης συμπεριφοράς του. Δεν του εκράτησε καμίαν κακία. Εκείνη την εποχή, είχε την δύναμιν να τον κάμη παίγνιον, εάν εκουνούσε ακόμη ολίγον το μικρό της δάχτυλο. Όμως δεν το έκαμε. Τον άφησε ήσυχο να εύρη τον δρόμον του. Η Ρένα ίσως να ήτο όντως εν δώρο. Η θεσπεσία μύστις που είχεν στείλει η θεά Αφροδίτη, διά να μεταμορφώση τον Θέμη από νεαρόν έφηβο εις άνδρα. Όμως η θεά δεν είχεν υπολογίσει τον στόχον του Θέμη. Το δώρον ήτο ωραιότατον μα πάρωρον. Ο Θέμης έφυγεν από εκείνην την αποχαιρετιστήριον εορτήν της παρέας των υποψηφίων με λύπην μεν, διότι εν κεφάλαιον έκλεινεν και θα έχανε  διά παντός την ωραίαν Ρένα και καλούς φίλους, αλλά με ανοικτήν καρδίαν διά το νέο που ήρχετο. Ελπίζων έτι, να μην του κρατά καμμίαν κακίαν και η θεά Αφροδίτη που εκ των πραγμάτων ηναγκάσθη, να μην αποδεχθή το ακριβόν και πολύτιμον δώρον της...


(Φιλολογική επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης)

28/11/23

Η κραυγή

 

Διήγημα

    -Μέγας κόσμος εχάθη! Ερεβώδης και άδηλος, ο που ήρχετο...-

   Ο Θέμης ευρίσκετο εις το πατρικόν του. Είχεν υπάγη εκείνο το πρωινό να κουράρει τον αυτάδελφόν του, όπως έκαμε καθημερινώς. Εις αναπηρικό αμαξίδιον ο αδελφός, εξ' αιτίας ασθενείας. Είχεν περάσει μίαν θυελλώδη γρίππην, έμεινε κατασταλθείς με τεχνικήν αναπνευστική υποστήριξη δύο και ήμισυ μήνας εις την εντατικήν εις τους Αγίους Αναργύρους των Αθηνών και έκτοτε δεν εκατόρθωσε να ορθωθεί. Όμως ο ατυχής, είχεν και άλλα. Ότε ήτο εις τον στρατόν, είχεν εκδηλώσει ψυχικήν νόσον, η οποία πολύ εταλαιπώρησε και τον ίδιον και την οικογένεια. Ενίοτε εγένετο βίαιος και επιθετικός, διότι εκατατρέχετο υπό φανταστικάς μανίας καταδιώξεως, χάνοντας κάθε λογικήν... Πολλοί έλεγον πως... από αυτό το μαράζι έφυγεν η καλή μήτηρ των. Όπως και ο πατήρ. Αφ' ης στιγμής όμως έπεσεν εις αναπηρίαν, ήτο πιο εύκολα διαχειρίσιμος. Ο Θέμης εφρόντιζε να του δίδει καθημερινώς τα φάρμακά του και ο Μιχάλης δεν διέφερε πια από έναν υγιή άνθρωπο. Εσυζητούσε κανονικώς όπως όλοι, εφρόντιζε τον εαυτό του όπου εδύνατο, ενίοτε εμαγείρευε πρόχειρα φαγητά και πολλές τον έβλεπαν να παίζει κιθάρα -ήτο επιδέξιος- και να τραγουδά, εις το μπαλκόνι του οίκου του. Είναι παράξενο πόσο ένα μικρό χάπι Αλοπεριντίν, ημπορή να διατηρήσει έναν άνθρωπο που πάσχει από τοιαύτην ψυχικήν νόσον,  υγιήν, σχεδόν φυσιολογικόν. 
   Αφ' ης στιγμής λοιπόν απέθανον οι γονείς των, ο Θέμης εφρόντιζε τον αδελφό του και επήγαινε εις το πατρικόν του δύο, τρεις και τέσσερις φοράς την ημέραν. Διά να του δώκει τα φάρμακα, να του κάμει ένα μπάνιο, να του πάει φαγητό, να του κόψει σύκα. Στο ίδιο χωριό διέμενε άλλωστε και εκείνος με τη γυναίκα και τα τέκνα του. Αγαπούσε όμως τον αδελφό του, γιατί άλλον από την πρώτη του οικογένεια δεν είχε. Τον ήθελε να υπάρχει εκεί εις το πατρικό και ας ήτο υποχρεωμένος να τον φροντίζει καθημερινώς και να εκπληρεί τας ανάγκας του, χάνοντας πολλές από τες ελευθερίες του...

   Εκείνο το πρωινό λοιπόν, ο Θέμης είχε δώσει το Αλοπεριντίν και ήμισυ Ακινετόν εις τον Μιχάλη και εσυζητούσαν πως έπρεπε να αλλάξουν τον καφέ. Μανιώδης καπνιστής ο Μιχάλης, έφτιαχνε πολλούς καφέδες την ημέραν διά να συνοδεύει τα σιγαρέτα του, με αποτέλεσμα να μην εκοιμάται καλώς τας νύκτας. Οπότε ο Θέμης του επρότεινε να πάρουν ντεκαφεινέ, όπου δεν έχει καφεΐνη... και ας έφτιαχνεν έπειτα, όσους καφέδες ήθελε...
   Εκεί επάνω, ηκούσθη η κραυγή... Ήτο ανατριχιαστική! Σαν να ήρχετο από το υπερπέραν. Θολή και βραχνέα, σα να εκπορευόταν εκ ερεβώδους σπηλαίου. Γυναικεία... Σπαρακτική... Κι έπειτα πάλι σιωπή...
  Ό Θέμης και ο Μιχάλης απέμειναν ως αγάλματα. Αλληλοκοιτάχθηκαν δι' ολίγον έντρομοι, μα γοργά ο Θέμης, ευγήκεν εις την βεράνταν της μονοκατοικίας. Τον ηκολούθησε και ο Μιχάλης με το αμαξίδιον. Απόλυτη ησυχία εις τη γειτονιά. Ερημία. Η ώρα θα ήτο περί της δεκάτης πρωινής, μα γύρω δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα... Από πού ήλθεν λοιπόν αυτή η κραυγή; Ο Θέμης στράφηκε εις τον αδελφό του...
-Την άκουσες και συ ρε ή ήταν ιδέα μου;
-Τι ιδέα σου ρε;; Και βέβαια την άκουσα! Παναγία μου!...Τι ήταν αυτό;;

   Το χωρίον των, καθώς και η γειτονιά του πατρικού, είχον έμβη εδώ και έτη εις μελανόν καιρόν. Πού η παλαιά πολυκοσμία, πού η πάλαι ποτέ ζωντάνια... οι άνθρωποι. Το χωρίο άδειαζε. Μόνο θάνατοι και διόλου γεννήσεις. Το περασμένον έτος συνέβησαν εις το χωρίο δεκαεπτά θάνατοι -πέντε εξ΄αυτών νέων- και μόνον μία γέννησις. Οσμή παρακμής εβασίλευε παντού. Και ερημία. Εις την γειτονιά των, εις ολίγους μόνον οίκους εδιατηρείτο ζωή. Πολλοί ήσαν σφαλιστοί, εφόσον οι ηλικιωμένοι παλαιοί αφέντες των, είχον αποθάνει και οι κληρονόμοι εζούσαν εις Αθήνα ή εις άλλας πόλεις. Ένιαι οικίαι τις είχον ενοικιάσει, μετανάσται εκ του Πακιστάν, εκ του Μπαγκλαντές, έτι και εκ του Νεπάλ τελευταίως. Δεν ήτο πια αυτό οπού ήξευραν το χωριό των. Μόνο μνήμαι... Μνήμαι και μνήματα...
   Όμως, από πού ημπορεί να ήλθεν αυτή η κραυγή; Εις τον δρόμο δεν εκινούτο μήτε κύνας. Μία γαλή μόνον λιαζόταν εις την κολώνα της μάντρας. Αριστερά, εις το πάλαι ποτέ οσπίτιον του Γιώργου Λάμπρου, όπου διέμενεν εκεί με τη σύζυγο και τας θυγατέρας του, δεν υπήρχεν ψυχή. Μόνον μία τσέτα Πακιστανών πια, οι οποίοι τέτοιαν ώραν έλειπον εις αγροτικάς εργασίας. Η δε θύρα των, ήτο ερμητικά κλειστή. Έναντι διέμενεν ο παιδικός φίλος του Θέμη, Σωτήρης. Όμως τέτοιαν ώρα έλειπεν και εκείνος εις τους αμπέλους του. Ψυχή δεν υπήρχεν πια και εκεί, αφού οι γονείς του Σωτήρη... ο μπάρμπα Ντίνος και η θεία Νίτσα, είχον αποθάνει. Δεξιά, το ερημικό πέτρινο, του μπάρμπα Πανάγου και της θείας Μαρίας. Αποδημήσαντες εις Κύριον εδώ και πολλά έτη. Η δε εναπομείνουσα θυγάτηρ  των, εζούσε εις την Αθήνα... σπανίως ήρχετο πια. Πιο κάτω και εκεί ερημία. Το σπίτι των Παναήδων, όπου εζούσε πια μόνος, εις τυφλός εγγονός. Έρημοι και σφαλιστοί  παρακάτω οι οίκοι του μπάρμπα Πέτρου Δαούτη και της θείας Κούλιας, όπου ενίοτε διέμενεν άλλη μία τσέτα μεταναστών εκ του Μπαγκλαντές. Έρημοι και οι οίκοι του μπάρμπα Μιχάλη και της Ιφιγένειας, του Αγαμέμνονα και της Σιδερής. Όλοι νεκροί... 
   Ο Θέμης έστριψε ένα τσιγάρο και κάθισε εις μίαν καθέκλαν της βεράντας. Και όμως, δεν ήσαν πάντοτε έτσι τα πράγματα... Το χωρίο προ είκοσι-τριάκοντα ετών, έσφυζεν από ζωή! Η γειτονιά των μία οδός φωτός, όπου κάθε οίκος ήτο μια ευτυχισμένη κυψέλη! Γέροντες και γραίαι εις τας αυλάς και βεράντας εσυζητούσαν, δραστήριοι μεσήλικες επηγαινοέρχοντο με τρακτέρ και αυτοκίνητα, με μικρά κοπάδια αμνοεριφίων... Τα παιδία -πολλά παιδία- την εσπέραν εσυνάζοντο εις σημεία της οδού και έπαιζον διάφορα παιχνίδια... Κυνηγητό, κρυφτό, ποδόσφαιρο, βεζύρη, τα μήλα... παιχνίδιον όπου ενίοτε ελάμβαναν μέρος και μεγάλοι. Φωναί και γέλια παντού. Οι άνθρωποι ήσαν μονιασμένοι και δεμένοι, ο καθείς κατανοούσε τας δυσκολίας του άλλου, αι γυναίκαι οπού ευρίσκοντο την ημέρα εις τας αγροτικάς εργασίας και δεν είχον προκάμει να ζυμώσουν, δεν το είχαν κακό να δανεισθούν μισό καρβέλι, ντομάτες, αυγά από την γειτόνισσα. Την άλλην τα επέστρεφαν φυσικά... Οι άνθρωποι εμοιράζοντο δίκαια το φως του ηλίου, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον εις το κόψιμο του πατατόσπορου, εις τον τρύγον, εις τα κρόμμυα, τον καπνόν. Οι οίκοι ήσαν ανοικτοί εις όλους! Ουδείς θα επίστευε εκείνην την εποχή, πως όλα θα εγίνοντο εντός ολίγων ετών καπνός, πως το χωρίο θα εμαράζωνε ως σταφίδα... πώς θα άλλαζε εντελώς το χρώμα και τον χαρακτήραν του, με τόσους μετανάστας εξ ανατολής, πως οι εναπομείναντες θα ησθάνοντο τόσο μόνοι, τόσο παραμελημένοι από τας κυβερνήσεις, όπου έδιδαν την εντύπωση ουχί μόνο πως δεν ενδιαφέρονται διά την κατάστασιν του χωρίου και των χωρίων της υπαίθρου εν γένει, μα το χείριστο... πως δεν είχον καν επίγνωσιν αυτής της καταστάσεως. Το μόνο οπού δεν παρέλειπαν να δηλώνουν εις τας τηλεοράσεις, ήτο πως εκείνοι δεν ήσαν νατιβισταί...

   Ο μοναδικός οίκος όπου ήτο έτι εν ζωή εις αυτήν την οδόν, ήτο ο οίκος της Αθηνάς και της θυγατρός της. Υπανδρευμένη με τον Πάρη -αστυνομικό- η Σπυριδούλα, είχαν και δύο υπέροχα παιδία. Τον Γιαννάκη και την Αθηνούλα. Μόνον η δική τους αυλή εθύμιζε λοιπόν, κάτι από τα παλαιά. Ο Γιαννάκης έπαιζεν με την αδελφή του τα απογεύματα, κρυφτό, μπάλα, εφώναζαν, εμάλωναν, εγελούσαν... Τα καλοκαίρια εκαταβρέχοντο με το λάστιχο της βρύσης, κοντολογίς η οικία των ήτο ευτυχής και η μόνη που αντιστεκόταν με πείσμα, εις τον γενικόν μαρασμόν. Όμως σήμερα και αυτά τα παιδία έλειπαν εις το σχολείο, οι γονείς των στας εργασίας των και η γραία Αθηνά είχεν υπάγη εδώ και αρκετάς ημέρας, στα πατρικά της μέρη εις τα ορεινά της Καρδίτσης...
    Από πού ήλθεν λοιπόν αυτή η κραυγή;
   Οι δύο αδελφοί απέμειναν αρκετήν ώρα εις την βεράντα, προσπαθώντας να δώκουν μίαν λύσιν εις το ανεξήγητον του φαινομένου, μα δεν τα κατάφεραν. Μήπως ήτο κάποια περαστική γυνή που δεν επρόλαβαν να ιδούν; Και διατί εκραύγασε; Μήπως συνέβη κάποιο κακό, που δεν εγνώριζον ακόμη; Ή μήπως ήτο κάποια μεταφυσική δραστηριότης, όπου παραδόξως η ενέργειά της, επηρέασε και τους δύο; ...
  Κάπως έτσι αορίστως, έκλεισεν εντός του το ζήτημα ο Θέμης και δίχως να εύρη απαντήσεις, εσυνέχισεν την ζωή του. Ώσπου ελησμόνησεν εντελώς το ζήτημα...

   Θα επέρασεν ένα έτος. Μίαν ημέραν, όδευε από την πλατεία πάλι προς τον αδελφό του. Καθώς επλησίαζε όμως εις το πατρικό του, συνάντησε εις το διπλανό σπίτι, την Βούλα. Ήτο παλαιά γειτόνισσα των παιδικών του χρόνων. Θυγάτηρ του μπάρμπα Πανάγου και της θείας Μαρίας -έτη τώρα συγχωρεμένων- και είχε υπανδρευθή εις τας Αθήνας. Όσο ζούσε ο Φώτης ο άνδρας της -ένας ζωντανός, αεικίνητος και χωρατατζής ανήρ- επισκέπτονταν συχνά το χωριό και ήνοιγαν το μικρό σπίτι των γονέων. Μετά την απώλεια και αυτού, αι επισκέψεις αραίωσαν. Όμως η Βούλα απώλεσε το περασμένο έτος και την αδελφή της Σοφία. Εμφάνισε αίφνης ειλεό εκείνη και κατά την διάρκεια μιας αποτυχημένης εγχειρίσεως, δυστυχώς εχάθη. Ο Θέμης μάλιστα είχε παραστεί και εις την κηδεία της, εις τας Αθήνας...
   Η Βούλα λοιπόν, καλοστεκούμενη αλλά εβδομηντακονταετής πια -ο Θέμης ως παιδίον την ενθυμείτο κοπέλα, οπού πολλές έβγαινεν με την αδελφή της και έπαιζον όλοι μαζί εις τον δρόμο τα μήλα- ήτο ακόμη ψυχολογικό ράκος. Αφού εχαιρετίσθησαν εγκαρδίως, είπεν στον Θέμη πως ακόμη δεν έχει κατορθώσει να υπερβεί τον αιφνίδιον θάνατον της ηγαπημένης αδελφής. Αλήθεια, ήσαν πολύ δεμέναι. Του εξομολογήθη ακόμη, πως προ ενός έτους περίπου, ήλθεν μόνη διά μίαν δίωρην επίσκεψιν εις ταύτην την οικίαν... μα ότε ήνοιξε την θύραν, ησθάνθη τέτοιαν απελπισίαν αντικρίζοντας το βουβό εσωτερικόν του πτωχού πατρικού, οπού δεν άνθεξε. Την πλημμύρισαν αίφνης αι μνήμαι των παιδικών ετών, των γονέων, του απωλεσθέντος συζύγου, της αδελφής, τόσαι εορταί, τόσα Πάσχα... Χριστούγεννα, κουβένται, γέλωτες, αστεϊσμοί, τραγούδια... βεγγέραι με γείτονας, συγγενείς και γειτόνισσας... τόσα περιστατικά... ευωδιαί, μύρια συναισθήματα... Απόμεινε εις την θύρα, θωρώντας με τρόμο την παρούσα σιωπή... τα βουβά έπιπλα, το κενό ντιβάνι, το κλειστόν παράθυρον, την σβηστήν πατρογονικήν εστίαν και συνειδητοποίησε πως όλοι πια είχον φύγει διά παντός, ήτο η μόνη οπού έμενε να σηκώσει το βάρος απεράντου μνήμης... Συνειδητοποίησε πως ο χρόνος ήτο μέγας φονεύς και εκείνη ορθή αλλά έρημη, ολομόναχη ανάμεσα σε νεκρούς, θύμησες και ερείπια! 
   Απόμεινε εκεί εις την θύραν... Δεν ημπόρεσε να κάμει βήμα εντός... Και χωρίς να το θέλει, ξεπήδησε εκ βαθέων της, η ρειθήσα κραυγή...
   

Γιώργος Πύργαρης
22 Αυγούστου 2024


Το μαύρο πλοίο

 

 Ένας αέρας κίτρινος, επίμονος, τραχύς φυσάει σ' αυτήν την πόλη, φέρνοντας μαζί του που και που κόκκινες σταγόνες μιας παράξενης αραιής βροχής, που δε λέει όμως κανονικά να στάξει. Χρόνια τώρα. Η πόλη, το περισσότερο σιωπηλή. Ειδικά τις ημέρες όπως αυτές που ακολουθούν το φευγιό του μαύρου πλοίου. Το λιμάνι κάθε τέτοια μέρα, σχεδόν άδειο... Ποιος αντέχει τέτοιες σκηνές. Οι νέοι σπρώχνονται αλυσοδεμένοι στο καράβι απ' τα σπαθιά και τα δόρατα των χάλκινων, κάτω από γοερά κλάματα και λιποθυμίες γονιών και αδερφών. Σκληρή σκηνή. Θα έλεγε κανείς όμως, πως όλη αυτή η σκληρότητα είναι σοφή, αφού η μοίρα των νέων θανατερή... αμετάκλειτη. Τους προετοιμάζει για το αναπόφευκτο. Δεν λογαριάζονται για άνθρωποι πια... πρέπει να συνηθίσουν. Τα είδα όλα κάποτε κρυμμένος πίσω από έναν βράχο και είμαι άρρωστος από τότε. Κάθομαι μερόνυχτα ξαπλωμένος σ' αυτό το κρεβάτι, μη μπορώντας να κάνω τίποτα πια. Δεν έπρεπε να πάω. Εξ' άλλου ο νόμος απαγορεύει να βρίσκεται κανείς στο λιμάνι όταν φεύγουν οι νέοι για τον Μινώταυρο. Μονάχα πρώτου βαθμού συγγενείς. Εγώ όμως ήθελα επιτέλους να δω την αλήθεια ακόμη και με κίνδυνο της ζωής μου...

   Πάνε χρόνια που υπόγραψαν με τον Μίνωα αυτήν τη συνθήκη. Να δίνουμε λέει κάθε χρόνο, εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια για να μπορούμε να διαβιούμε οι λοιποί εν ειρήνη. Συνθήκη ντροπής, τραγική. Κι η πόλη καταραμένη. Δεν βρέχει πια, μόνο φυσά. Ένας ξερός αέρας κίτρινος, που φέρνει που και που λίγες σταγόνες αραιές... κόκκινες σαν αίμα.

   Καμμιά ευτυχία. Ούτε προοπτική. Μονάχα κλάματα και οδυρμοί. Σκοτεινιά. Ένα μίσος θανατερό που απλώνεται από τα μαυροφορεμένα σπίτια των άτυχων νέων, όπου κάθε χρόνο γίνονται περισσότερα. Ένα μίσος που το μυρίζεις στους δρόμους και τα σοκάκια, στα καφενεία και τα τεχνουργεία, στους ναούς και τις συνάξεις. Μπαίνει μέσα στις ψυχές και τις δηλητηριάζει. Φτάνει μέχρι τα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς μερόνυχτα άυπνος με κόκκινα μάτια, αναρωτιέται αν είναι καλύτερα να πέσει με δύναμη πάνω στο ξίφος του για να γλιτώσει μια και καλή. Ποιος θέλει να διοικεί μια πόλη καταραμένη; Δε βγαίνει πια, έχουμε χρόνια να τον ιδούμε. Πώς μπορεί ένας βασιλιάς να περπατήσει στητός στους δρόμους, ανάμεσα στους χαροκαμένους γονιούς, πώς μπορεί να αναπνεύσει αυτόν τον άτιμο αέρα που φέρνει στα ρουθούνια τη μυρωδιά από αίμα νωπό και αθώο; Πώς μπορεί να σεργιανίσει στην πόλη του, όταν αυτός ο άνεμος δυναμώνει εφιαλτικά παρασύροντας μαζί του, φωνές, ουρλιαχτά και χιλιάδες γιατί που πονάν σαν μαχαίρια; Οι πόρτες κλειδαμπαρώνουν και τα λυχνάρια με το σουρούπωμα σβήνουν. Η πόλη της Αθήνας την νύχτα, είναι μια πόλη νεκρή!

   Μα και η ημέρα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι σιωπούν. Και όλοι έχουν βλέμματα ενοχής... ''Εμείς και τα παιδιά μας γλιτώσαμε φέτος μα ποιος ξέρει τι θ' απογίνουμε του χρόνου... Ο Μινώταυρος θα απαιτήσει και πάλι καινούρια τροφή...''

   Μια πόλη καταραμένη. Όπου δε μπορεί τίποτα να στεριώσει, γιατί σε μερικούς μήνες πρέπει να προετοιμάσει την καινούρια θυσία, πρέπει να ριφθούν ξανά οι μαύροι ψήφοι και του χρόνου θα χτυπήσουν πάλι οι στρατιώτες τις άτυχες πόρτες για να πάρουν τους ανύποπτους σήμερα νέους, έτσι ώστε να συνεχίσει για ακόμη έναν χρόνο, αυτή η καταραμένη πόλη να ζει.

   Είναι μια κόλαση. Όπου δεν ανθίζουν πια τα λουλούδια.. Τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ; Ποιος φταίει; Εμείς, ο βασιλιάς ή οι άρχοντες; Ή μήπως όλοι μαζί; Πόσο μισούμε τον βασιλιά και τους άρχοντες που κάθονται άπρακτοι χωρίς να κάνουν τίποτα! Πίκρα. Πίκρα παντού. Πίκρα που στάζει ακόμη κι από τον ήλιο. Πίκρα που κρύβεται ακόμα και στο μέλι. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσο τραγική υποταγή...

 Είναι βέβαια και οι άλλοι. Που δεν βλέπουν τριγύρω παρά μονάχα τη δουλίτσα τους. Που κλείνουν τα μάτια στις κραυγές και στο λιμάνι. ''Καλά είμαστε κι έτσι. Φταίμε και πρέπει να πληρώσουμε. Τουλάχιστον στέλνοντας εκείνους στον λαβύρινθο, σωνόμαστε εμείς. Ας δοξάζουμε λοιπόν τους Θεούς που έχουμε ακόμη δουλειά, που δεν πείραξε ακόμη κανείς το δικό μας σπίτι, που στέλνουμε ακόμη εμπορεύματα σε άλλα λιμάνια και μας δίνουν φλουριά. Μην είμαστε και πλεονέκτες. Ακόμη και πάνω στο αίμα, μπορούμε να προκόψουμε. Μην κουνηθεί κανείς λοιπόν ουτοπιστής! Δεν τα βάζει κανείς με το θηρίο τον Μίνωα. Κατώτεροι είμαστε και το έχουμε αποδείξει. Δε μας πρέπει φως παρά μονάχα μαστίγιο. Γι' αυτό σωπάστε! Σωπάστε!...''

   Οι περισσότεροι όμως από μας -ξέρω καλά- πως δεν αντέχουν αυτήν την τραγωδία. Ο κλήρος είναι τυφλό δρεπάνι. Δεν ξέρεις σε ποια κεφάλια αύριο θα σφυρίξει. Γι' αυτό πολλοί αποφασισμένοι εδώ, ακονίζουν κρυφά μαχαίρια και ετοιμάζουν την τελική αναμέτρηση. Δεν αποδέχονται αυτήν την βρωμερή συνθήκη. Να στηρίζεται μια ολόκληρη πόλη πάνω στο αίμα των παιδιών της. Το σύνθημα είναι ή σωνόμαστε όλοι ή κανείς. Ούτε ένα παιδί μας στον Μινώταυρο. Τσεκούρι και φωτιά στο μαύρο πλοίο, τσεκούρι και φωτιά στους σκυμμένους...


Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Ο οίστρος της σκύλας

 

-διήγημα-

   Οι κύνες έχουσι τους ιδικούς των κανόνες. Φιλικόν - ως επί το πλείστον- είδος και προστατευτικόν προς τον άνθρωπον, ενίοτε όμως εμφανίζει και τον λύκον εντός του. Επιθέσεις έτι έναντι των ανθρώπων υφ' αδεσπότων αγελών γίγνονται, αρκεταί εξ' αυτών μάλιστα θανάσιμαι. Μα εκεί οπού εξαντλούν την σκληρότητάν των, είναι έναντι του ιδίου είδους των. Δεν επέρασαν πολλαί ημέραι, όπου υπήρξα μάρτυς μίας σοκαριστικής σκηνής εις έναν απρόσμενον σκυλοκαυγάν...
Ήτο εις οίστρον μία σκύλα μαύρη και αγριώδης. Εσκόρπα ημέρας εις τον αγέρα αυτήν την ιδιαιτέρα οσμήν όπου οσμίζονται μόνον οι άρρενες κύνες και εκφεύγουν τας φρένας των. Την ηκολούθουν λοιπόν όπου επήγαινε ως να ήτο πριγκιπέσσα. Εξηπλούντο τριγύρω της όταν εξηπλούτο, εγείροντο ότε εγείρετο, την ωσμίζοντο, ηγρίευον μεταξύ των οι κύνες και πολλάκις επεδείκνυον απειλητικά τους οδόντας. Άλλες έδακνον κιόλας διά το ποίος θα αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Και ήσαν όλοι σωματώδεις, τρανά τσοπανόσκυλα.
   Όμως εκείνην την μεσημβρίαν ενεφανίσθη εις την ομήγυρην των μνηστήρων άρρεν κύων καφετής, μικρόσωμος, μακρυμούρης, με κοντούς πόδας. Ολίγον έλειπε από το να ωμοιάζη με ερπετό, αφού η κοιλία του σχεδόν ακουμβούσε το έδαφος. Θα πρέπει να ήτο νεανίας, διότι ακολουθών αφειδώς το ένστικτον δεν εσκέφθη σε ποία εισήλθε παρέα. Διεξεδίκει επί ίσοις όροις την πριγκιπέσσα ανάμεσα εις τα λοιπά θηριώδη τσοπανόσκυλα, δεικνύων τελείαν άγνοια του κινδύνου. Οι κύνες εις την αρχή τον ηγνόησαν ως μη ικανόν αντίζηλον, μα εκείνος ήτο τόσο αδέκαστος εις την διεκδίκησιν, οπού συντόμως ήρχισαν οι πρώτοι εναντίον του προειδοποιητικοί γρυλισμοί. Όμως δεν επτοείτο. Είχεν τόσο μεθύσει εκ του πάθους, όπου αγνοών τους θηριώδεις αντιζήλους, εστριμώχνετο να ωσμισθή και να αναρριχηθή εις την σκύλαν και ας ήτο ήμισυς αύτης...
   Ήμην εις την βεράνταν του οίκου μου και παρηκολούθουν με ενδιαφέρον την εξέλιξιν της υποθέσεως εις την οδόν, ιδιαιτέρως όμως την τύχην του επιδόξου μικρόνοος μνηστήρος, εν μέσω των υπολοίπων θηρίων. Δεν ήργησε να συμβή το κακόν. Το σύνθημα έδωσε η ιδία σκύλα, όπου αιφνιδίως εστράφη γρυλίζουσα επιδεικνύουσα τους οδόντας ίνα απωθήση τον μικρόσωμον κύνα, όπου προσεπάθει να αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Αμέσως του επετέθησαν οι άλλοι. Δύο εξ αυτών τον ήρπαξαν -ο εις εκ της ράχης του λαιμού και ο έτερος εκ των οποσθίων ποδών- και τον ετράβουν προκρούστεια προς αντιθέτους κατευθύνσεις. Ο ατυχής κύων ήρχισε να ουρλιάζη γοερώς. Ωμοίαζε ως έν κουρέλιον εις τους οδόντας των θηρίων. Ήτο ζήτημα δευτερολέπτων να τον ξεσχίσουν. Ήρχισα να φωνάζω και να καταβαίνω την κλίμακα του οίκου μου κατευθυνόμενος προς την σύρραξιν, διά να σώσω τον ανόητον κύνα οπού την είχε πολύ άσχημα. Τα θηρία όμως δεν επτοούντο μήτε από τας ιδικάς μου φωνάς, μήτε από τα γοερά ουρλιαχτά του. Εσυνέχιζον να τον τραβούν προς αντιθέτους κατευθύνσεις άνευ οίκτου. Μόνον όταν έφθασα σιμά τον παρήτησαν και απεμακρύνθησαν ομού με την σκύλαν με αργόν αξιοπρεπή βηματισμό και εστάθησαν ολίγον πιο πέρα. Ο ατυχής κύων έσκασεν εις το έδαφος και απέμεινε ολίγα δευτερόλεπτα εκεί, σπαρταρών ως ιχθύς. Ενόμισα ότι παρέδιδε πνεύμα μα εκείνος συνήλθε κάπως και ότε με ένιωσε σιμά -φοβηθείς εκ της παρουσίας μου- εσηκώθη και ήρχισε να τρέχει ταχέως μακράν. Είχεν μίαν βαθείαν πληγήν υψηλά εις τον αριστερό πόδα, μα ευτυχώς ήτο ζων. Τελικώς επέζησε.
   Τας επομένας ημέρας τον ματαείδα να ακολουθή χωλός, εξ αποστάσεως την ομήγυρη των κυνών, μην αποφασίζων να πλησιάση πολύ, μα μήτε δυνάμενος και να απομακρυνθή εντελώς του κύκλου της μαγικής οσμής οπού εσκόρπιζε εις τον αγέρα η σκύλα, τάζουσα εις τους άρρενας μυστηριώδη θαύματα και υποσχέσεις...


(Φιλολ. επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης)

Τα άλογα του Χαρλά


-διήγημα-

   Λίγο πριν εμφανιστούν οι πατόζες, ο αλωνισμός γινόταν με τα ντουγένια. Ένα μικρό αλώνι, ένας πάσσαλος στη μέση και τα άλογα να τρέχουν γύρω τριγύρω, ποδοπατώντας τα θερισμένα στάχια, για να χωρίσουν τον καρπό από το σανό. Μετά ακολουθούσε το λίχνισμα. Περιζήτητα τα άλογα εκείνη την εποχή. Δεν είχαν όλοι. Και κείνοι που δεν είχαν, έπρεπε να περιμένουν να τελειώσουν οι πρώτοι, να δουλέψουν σ’ αυτούς, για να πάρουν έπειτα τα άλογα να αλωνίσουν τα δικά τους. Και όλα τούτα, με τον κίνδυνο μιας ξαφνικής καλοκαιρινής νεροποντής, μιας μπόρας που θα μπορούσε να χαλάσει την πολύτιμη σοδειά της χρονιάς.

Ένας απ’ αυτούς που δεν είχαν άλογα, ήταν κι ο Ντερβίσης. Πονηρός όμως άνθρωπος. Μπροστά, πάντα με το χαμόγελο και με τις υποκλίσεις, μα στο πίσω μέρος του μυαλού, δούλευε πάντα τα δικά του σχέδια. Το μόνο που κοίταζε, ήταν να σου την φέρει. 

Την χρονιά που έγινε το περιστατικό που θα σας διηγηθώ, ο Ντερβίσης δεν τόχε σκοπό να περιμένει. Αποφάσισε να κάνει την δουλειά του γρήγορα, με το στανιό. Και ας μην είχε δικό του άλογο. Κατέστρωσε από νωρίς το σχέδιό του. Φρόντισε να σηκώσει την θημωνιά του λίγο μακρύτερα απ’ το χωριό, ώστε να μην ακούγονται από κει, φωνές και σούρτα φέρτα.

Μια νύχτα λοιπόν στις αρχές του αλωνισμού, πάνω στη φούρια τη μεγάλη, δεν κοιμήθηκε. Περίμενε κι όταν έπεσε για τα καλά το σκοτάδι, σηκώθηκε αλαφροπάτητος, διέσχισε τα σοκάκια του χωριού και βρέθηκε σε ένα ήσυχο οικόπεδο που ο νοικοκύρης Χαρλάς, άφηνε τα δυο του άλογα να ξεκουραστούν από τον κάματο της ημέρας. Εκεί ο Ντερβίσης σταμάτησε. Έσκυψε σε μιαν άκρη να ελέγξει. Απόλυτη ησυχία. Μόνο τριζόνια έσπαζαν την ησυχία της νύχτας. Που και που ακουγόταν και η φωνή κάποιας κουκουβάγιας. Αφού σιγουρεύτηκε πως τριγύρω δεν είναι κανείς, ο Ντερβίσης σηκώθηκε και άρχισε να πλησιάζει τα άλογα. Ένα από αυτά χρεμέτισε ανήσυχο μόλις τον είδε, μα εκείνος το καθησύχασε, χαϊδεύοντάς του το μέτωπο. Έπειτα έβγαλε τους πασσάλους που ήταν δεμένα και τα πήρε. Τα οδήγησε γοργά στην θημωνιά του. Εκεί τα έζεψε και άρχισε το αλώνισμα. Όλη την νύχτα τα άλογα έτρεχαν γύρω απ’ το ντουγένι, κάτω από το μαστίγιο και τις φωνές του Ντερβίση. Τα ξεθέωσε. Λίγο πριν ξημερώσει, τα πήρε και τα άφησε στην θέση τους.
 
   Τα καημένα, δεν πρόλαβαν καν να ξεκουραστούν. Λίγο αργότερα σηκώθηκε κι ο Χαρλάς. Τα βρήκε λίγο ιδρωμένα, μα στην αρχή δεν έδωσε σημασία. «Από την ζέστη της νύχτας» σκέφτηκε και τα οδήγησε στο αλώνι. Εκεί τα έζεψε και άρχισε τις φωνές… «Τροχάδην!» «Τροχάδην!» «Άπλον! Άπλον!» «Τροχάδην!»
Μα κάτι δε πήγαινε καλά. Τα άλογα δεν είχαν την όρεξη και την δύναμη που είχαν άλλες μέρες. Τα γνώριζε καλά τα άλογά του ο Χαρλάς. Και τ’ αγαπούσε. Ήξερε πότε έπρεπε να τα βιάσει στη δουλειά και πότε να τα ξεκουράσει. Και τα μοσχοτάιζε. Αλλά σήμερα κάτι δε πήγαινε καλά. Κάποια στιγμή σταμάτησε και πήγε κοντά τους. 
«Εί έι Ψαρή! Ε Μαύρε! Τι έχετε μωρέ; Τι πάθατε σήμερα;»
 Άρχισε να χαϊδεύει τα μέτωπα και τα πόδια τους.
 «Τι πάθατε λεβέντες μου; Άντε λίγες μέρες μείνανε…μετά θα ξεκουραστείτε!»
 Καθώς τα κανάκευε, διέκρινε ένα ελαφρύ τρέμουλο στα πόδια του Ψαρή.
 «Ρε μπας κι αρρώστησε;»
 Πήγε εκεί που φύλαγε το ταγάρι με το προσφάι του, πήρε ένα μπουκάλι λάδι κι άρχισε να τρίβει τα πόδια του Ψαρή…
«Ελα μωρέ Ψαρή…έλα μωρέ λεβέντη μου…»
 Μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασε η μέρα. Ο Χαρλάς τα σούρουπο τα πήγε πάλι στο οικόπεδό του, τα άλειψε ξανά με λάδι και φρόντισε να τους δώσει περίσσια μερίδα φαγητού.
Τα μεσάνυχτα όμως φάνηκε πάλι ο Ντερβίσης. Τα πήρε και τα πήγε ξανά στην θημωνιά του. Αυτή τη φορά τα ξεθέωσε κυριολεκτικά και λίγο πριν ξημερώσει, τα επέστρεψε ευχαριστημένος στην θέση τους. Άλλη μια μέρα και θα τελείωνε. Τις νύχτες αλώνιζε, την ημέρα λίχνιζε. Δεν ήταν δα και μεγάλη η θημωνιά του. Όχι, θα περίμενε σα βλάκας, να τελειώσουν πρώτα οι νοικοκύρηδες…
Το πρωί, όταν ο Χαρλάς ξύπνησε και πήγε στα άλογα, τα βρήκε σε κακό χάλι. Δεν μπορούσαν καλά καλά να περπατήσουν. Δεν μπορούσαν καλά καλά να σταθούν όρθια. Στην αρχή σκέφτηκε να φωνάξει γιατρό, μα είδε ξαφνικά στα καπούλια του Μαύρου μια μικρή αμυχή από καμτσίκι. Άλλο και τούτο! Εκείνος δεν χρησιμοποιούσε ποτέ καμτσίκι στα άλογά του. Υποπτεύθηκε ο Χαρλάς. Εκείνη τη μέρα δεν αλώνισε. Τα πήγε όμως στο αλώνι, για να μην κινήσει υποψίες. Εκεί τα άφησε να ξεκουραστούν. Το απόγευμα τα έφερε ξανά στο οικόπεδο.
Τα μεσάνυχτα φάνηκε σαν φάντασμα, ξανά ο Ντερβίσης. Μα καθώς πλησίαζε τα άλογα, ένιωσε μια χερούκλα να τον γραπώνει από τον σβέρκο.
«Ώστε εσύ είσαι ρε κάθαρμα;»
Ο Ντερβίσης ήταν μισή μερίδα μπροστά στον Χαρλά. Άρχισε τις τσιριμόνιες και τα παρακάλια, μα ο άλλος δεν άκουγε. Είχε πάρει την απόφασή του. Έδεσε τον Ντερβίση με μια τριχιά στο λαιμό και τον κρατούσε συνέχεια από το χέρι σαν αρκούδα. Μετά έστειλε και φώναξαν τον τελάλη, που σε λίγο, η φωνή του ακούστηκε βροντερή και μπάσα στα σοκάκια του χωριού.
«Όλοι οι χωριανοί να έρθουν στην θημωνιά του Χαρλά, να θαυμάξουν το καινούριο του άλογοοοοο….»
Κόσμος άρχισε να μαζεύεται από παντού στην θημωνιά του Χαρλά. Κι αυτό που είδαν, δεν το είχε ματαδεί ανθρώπου μάτι. Ο Ντερβίσης σχεδόν γυμνός, μονάχα με το σώβρακο, δεμένος στο ντουγένι, τσαλαβουτώντας ξυπόλητος πάνω στα κίτρινα στάχια. Είχε περασμένη στο λαιμό του μια λαιμαριά και έτρεχε προσπαθώντας να αποφύγει το καμτσίκι του Χαρλά, που κάθε τόσο έπεφτε αλύπητο πάνω του.
«Χέι τεμπέλαρε! Τρέξε…τρέξε νερόβραστη πατάτα!»
Ο Ντερβίσης έτρεχε, σκόνταφτε έπεφτε πάνω στα στάχια και ξανασηκωνόταν, έκλαιγε παρακαλώντας να τον αφήσει, μέσα στα χάχανα και τις κοροϊδίες των χωριανών, που όταν έμαθαν τι είχε συμβεί, θεώρησαν δίκαιη την τιμωρία και πήραν όλοι το μέρος του Χαρλά. Καλά του έκανε..
Τον κράτησε ώρες εκεί. Ώσπου ο Ντερβίσης έπεσε σχεδόν λιπόθυμος. Μόνο τότε τον άφησε. Τον πλησίασε, τον ελευθέρωσε από την λαιμαριά και δίνοντάς του μια γερή κλωτσιά στα πισινά, τον πέταξε έξω από τ’ αλώνι.
«Αυτό κερατά, για να μάθεις τι τραβάνε τα έρημα τα άλογα…Φτου σου και να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Άτιμε!»

Γ. Π.

 


Η καταιγίδα

  Τα σύννεφα ήρθαν ξαφνικά από τα δυτικά και πολύ γρήγορα γέμισαν απ' άκρη σ' άκρη τον ουρανό. Μαύρα, βαριά, απειλητικά. Προκαταιγίδ...