Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Η καταιγίδα

 

Τα σύννεφα ήρθαν ξαφνικά από τα δυτικά και πολύ γρήγορα γέμισαν απ' άκρη σ' άκρη τον ουρανό. Μαύρα, βαριά, απειλητικά. Προκαταιγίδιος άνεμος άρχισε να φυσά στο χωριό, σηκώνοντας σκόνη και κάνοντας τα φύλλα των δέντρων να ανατριχιάσουν. Αστραπές ξεπηδούσαν στο βάθος, ενώ άρχισαν να ακούγονται τα πρώτα μακρινά μπουμπουνητά. Μυρωδιά βροχής απλώθηκε σε λίγο παντού. Στεκόμουν μονάχος στην αυλή του σπιτιού μας και κοιτούσα με δέος αυτήν την ξαφνική μεταμόρφωση. Πριν από λίγη ώρα, ο ουρανός ήταν καθαρός και τίποτα δεν προμήνυε πως θα ερχόταν μπόρα. Μα τώρα πάλευαν γύρω στοιχειά. Παρά το ότι ήμουν μόλις δωδεκαετής, κατάλαβα ότι ήταν ζήτημα λεπτών να αρχίσει η καταιγίδα. Και δεν έπρεπε να χάσω λεπτό...

   Εκείνα τα χρόνια, κάθε σπίτι στο χωριό κρατούσε λίγα ζωντανά για ιδία χρήση. Μανάρια τα έλεγαν οι χωριανοί μου. Διατηρούσαν και οι δικοί μου καμιά δεκαριά από δαύτα, για να έχουμε πάντα γάλα, τυρί και κρέας στο σπίτι. Τα στεγάζαμε σε μια αποθήκη στην πίσω αυλή, αλλά τις καλές ημέρες του χειμώνα, κυρίως όμως την Άνοιξη, η μάνα τα πήγαινε κάθε πρωί να βοσκήσουν χλωρό χορτάρι ''στο μαντρί'' σε ένα κτήμα μας στα ριζά του βουνού, ένα τέταρτο περίπου ποδαρόδρομο από το χωριό. Το λέγαμε μαντρί, γιατί εκεί είχαν παλαιότερα οι παππούδες μου τα κοπάδια και τα μαντριά τους. Θαυμάσιο τοπίο! Λαμπρό το φως που έπεφτε και είχες αγνάντιο όλο το χωριό και τον κάμπο μέχρι τον Κιθαιρώνα. Έδενε λοιπόν η μάνα την παλαιότερη προβατίνα σε ένα παλούκι και τα υπόλοιπα έβοσκαν ήσυχα τριγύρω, όλη την ημέρα. Κάθε απόγευμα όμως, ήταν δική μου ευθύνη να φέρω τα ζωντανά μας πίσω. Δεν ήταν δα και τίποτα δύσκολο. Έβγαζα το παλούκι της αρχηγού από το σημείο που ήταν μπηγμενο και εκείνα γνωρίζοντας τον δρόμο κατηφόριζαν ήσυχα στο χωριό, έμπαιναν στην αυλή του σπιτιού, ξεδιψούσαν στη γούρνα της βρύσης και ύστερα έμπαιναν μοναχά τους στην αποθήκη να ξεκουραστούν και να περάσουν τη νύχτα. Την άλλη μέρα τα ίδια. Αλλά η αποκλειστική ευθύνη της επιστροφής τους, βάραινε πάντα εμένα! Γιατί συνήθως οι γονείς μου έλειπαν στα χωράφια και επέστρεφαν αργά -πολλές φορές νύχτα- στο σπίτι. Όπως έλειπαν και σήμερα. Και εγώ δεν έπρεπε να χάσω άλλο καιρό, μα να φέρω τα ζωντανά πίσω πριν ξεσπάσει η καταιγίδα.
   Βγήκα στο δρόμο και άρχισα να τρέχω δυτικά προς την άκρη του χωριού. Ο αέρας όσο πήγαινε δυνάμωνε και κάποιες νοικοκυρές είχαν βγει να μαζέψουν βιαστικά τα ρούχα από τις απλώστρες και να σφαλίσουν τα παντζούρια, που είχαν αρχίσει να χτυπούν από τον αέρα.  Άκουγα τα τιτιβίσματα των πουλιών που πετούσαν ανήσυχα, έτοιμα να κρυφτούν στις φωλιές τους κι  έβλεπα κάμποσους σκύλους να αλυχτούν δειλά με κατεβασμένη την ουρά, κοιτάζοντας αμήχανα τριγύρω. Ο άνεμος παρέσερνε χαρτιά και σκόνη και τα στροβίλιζε ψηλά. Και γω έτρεχα...

   Φτάνοντας όμως στην άκρη του χωριού, σα να σταμάτησαν ξαφνικά όλα. Και ο άνεμος και η βουή των δέντρων και τα τιτιβίσματα των πουλιών. Ήταν τα ελάχιστα εκείνα δευτερόλεπτα της σιωπής, λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα. Ο ουρανός είχε μαυρίσει πολύ και έμοιαζε τόσο βαρύς, που σχεδόν άγγιζε το χώμα. Στάθηκα και απόμεινα να κοιτάζω τριγύρω την ξαφνική κι απόκοσμη ησυχία. Το τρομερό σκοτείνιασμα. Σα να ακινητοποιήθηκε ξαφνικά ο χρόνος. Δε σάλευε και δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Μονάχα πολλά χρόνια αργότερα, όταν διάβασα την Έγκωμη του Σεφέρη και το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβ εκεί ακριβώς όπου όλα τριγύρω παγώνουν, βρήκα πάλι ένα τόσο ακινητοποιημένο συναίσθημα. Σα να βρισκόμουν ακριβώς στο σύνορο δύο κόσμων. Πίσω το χωριό. Η ασφάλεια. Μπροστά το μαύρο, το άγνωστο, η καταιγίδα. Μια φωνή μου έλεγε να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου. Η άλλη να συνεχίσω μπροστά. Είχα χρέος και ευθύνη να φέρω τα ζωντανά μας πίσω. Δεν ήθελα να πέσω στα μάτια των γονιών μου. Ήταν δική μου δουλειά αυτή και έπρεπε να γίνει. Είχα μονάχα έναν δρόμο. Μπροστά! Την ίδια στιγμή αραιές ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν τριγύρω. Ήταν τόσο χοντρές, που άκουγα την καθεμιά, καθώς έπεφτε στο χώμα. Όμως δεν υπήρχε γυρισμός. Άρχισα πάλι να τρέχω μπροστά, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα οι στάλες πύκνωσαν και ξέσπασε η καταιγίδα. Η χειρότερη καταιγίδα που είχα δει στη ζωή μου! Μέχρι σήμερα ακόμη, που περιγράφω αυτό το μακρινό γεγονός -σαράντα χρόνια μετά- δε θυμάμαι να ξανάζησα τέτοια καταιγίδα. Ποτάμια νερού άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό, τόσο που μέσα σε δύο λεπτά είχα βραχεί μέχρι το κόκαλο. Συνέχιζα όμως να τρέχω μην έχοντας σχεδόν καθόλου ορατότητα, σα να διέσχιζα με δυσκολία έναν συνεχόμενο καταρράκτη. Την απίστευτη σκοτεινιά, διέκοπταν κάθε τόσο αστραπές και ανατριχιαστικά μπουμπουνητά λες και έτριζε η γη...
   Ο πρώτος κεραυνός έπεσε λίγο μακρύτερα, κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Τρομοκρατήθηκα, αλλά έπρεπε να συνεχίσω. Δεν περπατούσα πια πάνω στο χώμα, τσαλαβουτούσα σε ένα ρηχό ποτάμι, αφού όλα τα νερά που έρχονταν από τις πλαγιές του βουνού είχαν βγει στον χωμάτινο δρόμο και έτρεχαν. Είχα βρεθεί ξαφνικά σε έναν άλλον κόσμο. Όλα τα στοιχεία της φύσης μαίνονταν γύρω μου και γω δεν ήμουν παρά ένα μικρό πουλί, παγιδευμένο στην καταιγίδα. Τώρα πια δεν μπορούσα να ξεφύγω. Έπρεπε όμως πάση θυσία να φτάσω στις συκιές. Αυτές ήταν το σύνορο που θα με προσανατόλιζαν. Ήταν δίπλα στον δρόμο και εκεί ακριβώς βρισκόταν το μονοπάτι που έκανε γωνία ενενήντα μοιρών και οδηγούσε στο κτήμα μας, ακριβώς στα ριζά του βουνού. Οι αστραπές, οι βροντές και οι κεραυνοί άρχισαν να πυκνώνουν. Μα κάποτε διέκρινα μπροστά μου, τον σκούρο όγκο από τις συκιές. Δεν είχαν ανθίσει ακόμη καλά, αλλά στάθηκα κάτω από μία για να καλυφθώ λίγο από την καταιγίδα και να πάρω μιαν ανάσα. Μάταια. Έτσι κι αλλιώς είχα γίνει μουσκίδι. Ένας κεραυνός έπεσε πάλι κοντά μου. Όχι κάτω από δέντρα! Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις σε μια τέτοια περίπτωση, είναι να σταθείς κάτω από δέντρα! Και τόξερα. Έφυγα γρήγορα από κει κι άρχισα να ανηφορίζω το μονοπάτι. Επιστράτευσα και την παραμικρή σκέψη που θα μπορούσε να με βοηθήσει. Οι κεραυνοί έπεφταν γύρω πυκνότερα. Στο μάθημα της φυσικής στο δημοτικό, είχαμε μάθει πως το ξύλο είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού. Καθώς προχωρούσα διέκρινα κάτω ένα κομμάτι ξύλο. Ήταν βρεγμένο αλλά το πήρα στο χέρι μου. Τώρα πια ξέρω πως ήταν μια ανόητη κίνηση. Αυτό το μικρό κομμάτι βρεγμένου ξύλου, δεν είχε την παραμικρή δύναμη να με προστατέψει από κανέναν κεραυνό, αλλά τότε έδρασε λυτρωτικά πάνω μου. Κρατώντας το σφιχτά στη μικρή μου χούφτα και πιστεύοντας πως με προστατεύει, άντλησα από μέσα μου τρομερή δύναμη, σα να ήμουν κάτω από την ομπρέλα του καλύτερου αλεξικέραυνου. Είχα πλησιάσει πια τόσο κοντά στο κτήμα μας, που άκουγα καθαρά τα σπαρακτικά βελάσματα των ζώων, που καλούσαν σε βοήθεια. Άρχισα να φωνάζω για να με ακούσουν ώστε να πάρουν και αυτά δύναμη. Μια αστραπή φώτισε το τοπίο. Μέσα στο πράσινο λιβάδι διέκρινα αχνά τα ζωντανά μας.  Έδειχναν τρομοκρατημένα. Η αρχηγός έτρεχε γύρω από το παλούκι της αλλά μη μπορώντας να απελευθερωθεί βέλαζε απεγνωσμένα. Τα υπόλοιπα έτρεχαν κι αυτά ξοπίσω της. Μονάχα ο Τούρκος ακούγοντας τη φωνή μου ξέκοψε λίγο από τα άλλα και στάθηκε βελάζοντας συνεχώς, κοιτάζοντας προς το μέρος μου. Ο Τούρκος ήταν ένα ζυγούρι που ήταν πολύ δεμένο μαζί μου. Από τότε που ήταν μικρό παίζαμε μαζί. Παλεύαμε, κυνηγιόμασταν μέσα στα σπαρτά κι ακόμη εκείνο με είχε μυήσει στο αγαπημένο παιχνίδι όλων των μικρών κριαριών. Παίρναμε φόρα και μετά τρέχαμε ο ένας πάνω στον άλλον, τάχα να συγκρουστούμε. Την τελευταία όμως στιγμή, εγώ σηκωνόμουν το έπιανα από το μαλλί και προσπαθούσα να το αναποδογυρίσω πάνω στα γρασίδια και τα αγριολούλουδα. Τουλάχιστον παλαιότερα. Γιατί τελευταία ο Τούρκος είχε μεγαλώσει και δεν μπορούσα να τον κάνω ζάφτι με τίποτα. Τον είχα ονομάσει Τούρκο, γιατί ήταν πείσμων ζώο και δεν τόβαζε κάτω. Ήθελε συνέχεια να νικά. Όποτε με έβλεπε λοιπόν, έτρεχε πάνω μου να παίξουμε. Σήμερα όμως ήταν όλα διαφορετικά. Τρομοκρατημένος κι αυτός από την καταιγίδα, τα μπουμπουνητά και τους κεραυνούς, ακούγοντας τις φωνές μου ξέκοψε από τα υπόλοιπα κι άρχισε βελάζοντας να με ψάχνει, ερχόμενος σιγά σιγά προς το μέρος μου.
   "Τούρκο!'' φώναξα.
   Τότε ακριβώς έγινε μεγαλύτερο το κακό. Βρισκόμουν πια στην πλαγιά του βουνού και ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν απανωτοί κεραυνοί. Ήταν μία κόλαση και γω παγιδευμένος μέσα της. Τώρα πια κινδύνευε η ζωή μου πραγματικά. Και τόξερα. Ήμουν στο έλεος απίστευτων δυνάμεων, εγώ ένα μικρό αδύνατο παιδί δώδεκα μόλις ετών. Έφτανε μια ηλεκτρική εκκένωση από τις τόσες που έπεφταν τριγύρω, για να με απανθρακώσει για πάντα. Βαστώντας ακόμη στο χέρι μου το βρεγμένο ξύλο, βρήκα καταφύγιο στη ρίζα μιας ελιάς. Εκεί ζάρωσα κι ας ήξερα πως ήταν λάθος να βρίσκομαι κάτω από δέντρο. Ήταν η μοναδική στιγμή που σκέφτηκα να εγκαταλείψω. Το σπίτι, η μάνα, ο πατέρας ήταν πρόσωπα πολύ μακρινά, που δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν. Σα να μην ανήκα σ' αυτούς πια,  αλλά σε δυνάμεις ανώτερες. Βρισκόμουν στο έλεός τους. Ζαρωμένος σε εμβρυακή στάση στη ρίζα της ελιάς με κλειστά μάτια και ενώ γύρω γινόταν χαλασμός, άρχισα να λέω το ''πάτερ ημών''. Ένας εκκωφαντικός κρότος αρκετά κοντά, με έκανε να ανοίξω τα μάτια. Είδα τον Τούρκο να πέφτει στο έδαφος και τα υπόλοιπα πρόβατα να σκορπίζουν τριγύρω βελάζοντας. Πέταξα το ξύλο από τα χέρια μου και έτρεξα στο πεσμένο ζώο. Ήταν ακίνητο με ανοιχτά τα μάτια και δε σάλευε. Άρχισα να το ταρακουνώ...
   ''Τούρκο! Τούρκο!''
  Το ζυγούρι παρέμενε ακίνητο με τα πόδια τεντωμένα. Το γράπωσα από το μαλλί καλύτερα και συνέχισα να το ταρακουνώ με όση δύναμη είχα, ενώ δάκρυα άρχισαν να ρέουν μαζί με τη βροχή στα μάγουλά μου...
   ''Τούρκο! Σήκω Τούρκο!''
  Ξαφνικά το ζυγούρι σκίρτησε! Πήρε ανάσα, γύρισε λίγο και στάθηκε με διπλωμένα τα πόδια κοιτώντας με απορία τριγύρω, σα να μην ήξερε πού βρισκόταν. Το τράβηξα από τα μαλλιά να σηκωθεί μα δεν τα κατάφερα. Ήταν όμως ζωντανό. Το άφησα και έτρεξα στην αρχηγό. Τράβηξα το παλούκι που ήταν δεμένη. Εκείνη ελεύθερη πια, άρχισε να κατηφορίζει. Σε λιγότερο από ένα λεπτό τα υπόλοιπα είχαν μαζευτεί πίσω της κι έτρεχαν όλα μαζί προς το χωριό. Επέστρεψα στον Τούρκο που παρέμενε ακόμη ζαλισμένος και του έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα πισινά. Σηκώθηκε. Η δεύτερη κλωτσιά τον συνέφερε για τα καλά. Αφού προσανατολίστηκε επιτέλους, άρχισε να τρέχει βελάζοντας στην κατηφόρα για να προλάβει τα άλλα.

  Όταν μπήκα στο σπίτι είχαν επιστρέψει και οι δικοί μου, αλλά είχαν προλάβει να βγάλουν τα βρεγμένα τους και να αλλάξουν. Η καταιγίδα και οι βροντές συνέχιζαν. Ο πατέρας έπινε τσάι και η μάνα άναβε το καντήλι κάνοντας μπροστά στις εικόνες, τον σταυρό της. Μόλις με είδε έπεσε πάνω μου να με σκουπίσει και να με αλλάξει. Ποτέ δεν τους είπα τι τράβηξα σ' αυτήν την καταιγίδα. Oύτε με ρώτησαν. Είχα κάνει απλά τη δουλειά μου. Τίποτα περισσότερο...

Ο γέλως ο γαργαριστός

 



                                                      -διήγημα-


   Ήτο τάμα ζωής να επισκεφθώ κάποτε την οικίαν του προσφιλούς μου συγγραφέως Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, εις Σκίαθον. Υπήρξεν δι' εμέ, μέγας διδάσκαλος! Ουχί μόνον διά την γλώσσαν και την τεχνικήν της απαραμίλλου γραφής του, ουχί μόνον διά το τερπνόν των θεμάτων του και την ανάδειξιν τόσων και τόσων λαικών ηρώων, αλλά και διά την ηθικήν στάσιν ολοκλήρου ζωής. Την στωικότητα, την καρτερία και την συνέπεια πράξεως και βίου. Την ταπεινότητά του... Και επιτέλους -τι κι αν εγώ ειπώ όσα- ήτο ο Παπαδιαμάντης!... Ο Παπαδιαμάντης! Τελεία και παύλα! Το όνομα και μόνον ηρκεί! Και μόνον τούτο, δύναται να μεταφέρει την αύραν μίας ευφρόσυνης, παρηγορητικής αθωότητος, ως νάμα ζωής! Τάμα πολλών ετών λοιπόν, να επισκεφθώ εις Σκίαθον την οικία του, όπου λειτουργεί σήμερον ως μουσείον...




   Το εκατόρθωσα  κάποτε μετά της συζύγου μου. Εφθάσαμεν εις Σκίαθον με πλοίον από Άγιον Κωνσταντίνον -διαπερνόντες τα στενά Αρτεμισίου- καταμεσήμερον μίας Δευτέρας της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου. Δυστυχώς όμως, αι συγκυρίαι δεν ήσαν άρισται ούτε δι' εμέ εκείνην την ημέραν, ούτε διά την νήσον. Την παραμονήν της αναχωρήσεώς μας, απώλεσα φίλον παιδικόν. Η κηδεία του θα εγένετο το απόγευμα της Δευτέρας. Το αποφασισμένο ταξείδιον όμως, η προαποστολή χρημάτων διά τα εισιτήρια και τα έξοδα της διαμονής μας, καθώς και αι περιορισμέναι ημέραι αδείας της συζύγου μου, δεν επέτρεπον οιαδήποτε αναβολήν. Έτσι, με ανάμεικτα συναισθήματα εκ της απωλείας του φίλου -ακόμη και ενοχάς οπού δεν θα παρευρισκόμην εις την κηδείαν του- έφθασα εις την νήσον, η οποία δεν ήτο και αύτη εις τα καλύτερα της. Ολίγας ημέρας πριν, είχεν κτυπήσει και αυτήν ο φονικός Ντάνιελ, ο οποίος κατέπνιξεν πρωτίστως ολόκληρον την Θεσσαλίαν. Καρδίτσα, Λάρισσα και Μαγνησία έπαθον ανυπολογίστους ζημίας εις γεωργίαν, κτηνοτροφίαν και διαφόρους επιχειρήσεις. Επανενεφανίσθη η παλαιά λίμνη Κάρλα! Ολόκληρα χωρία επνίγησαν κάτω από τόνους ύδατος. Υπήρξαν δε και αρκετά θύματα. Ολική καταστροφή! Και η νήσος όμως του  προσφιλούς μου συγγραφέως, παρησίαζε και εκείνη εικόναν οικτράν...




   Ιλύς εκ του τυφώνος των προηγουμένων ημερών, ξύλα και αδιευκρινίστου είδους φερτά, ευρίσκοντο κατά μήκος των παραλίων οδών, εις τον παλαιόν και νέον λιμένα της νήσου. Οι καταστηματάρχαι είχον ανεστραμμένας τράπεζας, καθέκλας και πολυθρόνας και επροσπάθουν να καθαρίσωσι τα καταστήματά των, ενώ συγχρόνως διάφοροι εργάται και συνεργεία, έδιδον τον ιδικόν των αγώνα, ίνα επαναφέρουν την νήσον είς την προτεραίαν κατάστασιν. Διότι ήτο σχετικά νωρίς και ανεμένεντο ακόμη πλείστοι ξένοι...
   Υπό τοιαύτας συνθήκας λοιπόν, εφθάσαμεν εις Σκίαθον. Αφού συνεφάγαμεν εις μίαν ταβέρναν προς την ανατολικήν πλευράν του νέου λιμένος, εις την συνέχεια κατηυθήνθημεν εκ της οδού οπού στεφανώνει την πόλη ως διάδημα, προς την περιοχή της Μεγάλης Άμμου, όπου και τακτεποιήθημεν εις τον δεύτερον όροφον, ενός εκ των κτισμάτων του συγκροτήματος Αζελέα. Ευγήκα εις βεράνταν. Εφυσούσεν αήρ και έκαμεν αρκετήν ψύχραν, παράξενην διά αρχάς Σεπτεμβρίου. Η δε θάλασσα -οπού εξετείνετο εμπρός μου- ήτο θολή και κυματώδης. Εκάμαμεν καλά άραγε, που απεφασίσαμεν ταξείδιον υπό τοιαύτας συνθήκας, ελέω καιρού και απροβλέπτου Φθινοπώρου;... Ανηρωτήθην...




 Ηγέρθην ενωρίς την επομένην πρωίαν, κατακλυσθείς υπό μεγάλην αδημονίαν, διότι επρόκειτο επιτέλους να επισκεφθώ την οικίαν του ιερού συγγραφέως. Τάμα ζωής! Είχωμεν αποπειραθεί να την επισκεφθώμεν και την προηγουμένην εσπέραν μα δεν επροκάμαμεν. Κουρασμένοι από το ταξείδιον, κατεκλίθημεν εις το δώμα μας το απομεσήμερον μα ηργήσαμε να εγερθώμεν. Ότε εφθάσαμεν λοιπόν  εις την οικίαν του συγγραφέως, ήτο πλέον αργά. Κυρία του μουσείου εκ του φεγγίτου του υπογείου, μας ενημέρωσεν πως η ώρα ήτο πια περασμένη -όντως εννέα βραδινή- και πως το μουσείον επάνω δεν είχεν ηλεκτρικόν ρεύμα. Οπότε, ακόμη και αν η ιδία ήθελε να παρατείνει δι' ολίγου το σχόλασμα διά χάρη μας, θα ήτο αδύνατον να ειδώμε εν μέσω σκότους, το παραμικρόν εκ της οικίας του συγγραφέως. Δίκιον είχε βεβαίως. Λοιπόν και αύριον ημέρα ήτο, δεν θα εχάλει ο κόσμος...
  Την πρωίαν όμως ηδημόνων. Ηγέρθην πριν ακόμη προβάλλει ο ήλιος. Ετοίμασα καφέν και εβγήκα πάλιν εις την βεράνταν. Ο ουρανός ήτο καθάριος και επρομηνύετο ημέρα θερμή. Η θάλασσα γαληνή ως ύελος και άφαντος η χθεσινή θολότης. Το θέρος μετά την επέλασιν του τυφώνος, ήτο πάλι εδώ.




 Εκάθισα να απολαύσω τον καφέν, τα σιγαρέττα μου και την ηρεμίαν του εύμορφου πρωινού. Αίφνης ενεθυμήθην διήγημα του Παπαδιαμάντη όπου ανεφέρετο η περιοχή της Μεγάλης Άμμου, εις την οποίαν τώρα ευρισκώμην. Επρόκειτο για τον "νεκρό ταξιδιώτη" όπου πνιχθείς τίς μεσοπέλαγα, οδηγήθη των ρευμάτων -ως ο ίδιος να τα όριζε- κάπου εδώ, ανάμεσα Μεγάλης Άμμου και ενός καρναγίου ευρισκομένου τότε -εάν εκ του διηγήματος ενθυμούμαι καλώς- στας παραλίους ρίζας του λόφου όπου επάνω του στέκει αιώνας τώρα το κοιμητήριον. Ω πόσην θέλξιν ησθανόμην, να ευρίσκομαι εις μέρη όπου εφώτισεν διά της αθανάτου πένας του, ο μέγας Παπαδιαμάντης! Και μήπως εξ όλων, δεν επήδουν φαντάσματά του; Μήπως καθώς επάτησα λιμάνι, δεν εφαντάσθην εκείνον τον καλόν χαμάλην τον Κακόμην, να είναι μεμιγμένος με τους εργάτας όπου εδιόρθωναν το νησί; Μήπως δεν είδα να περιπατούν ωσάν σκιαί οι ήρωές του; Οι καπετάνιοι του; Ακόμη και εκείνος της Κοκώνας... και του Χριστόψωμου ο ατυχής... και τον Παλούκαν. Μήπως δεν ενεθυμήθην την πομπήν του επιταφίου... Πάσχα εις  Σκίαθον και τον παπά Αδαμάντιο; Μήπως δεν εφαντάσθην να σουλατσάρουν εις τον λιμένα οι μάγκαι οι ναυαγοσώσται... οι τυχοδιώκται... και να σαλτάρουν επιδεξίως εις λέμβους... ο Λούκας ο Πούνος, ο Θανάσης Πουγαδής, ο Παναγής της Χρόναινας; Εφαντάσθην και τη Φραγκογιαννού ακόμη... το Λαλιώ, την Μοσχούλαν, την Πολυμνίαν... ή μήπως να είπω εν τέλει την Χαρίκλειαν περί του αληθούς; Τόσες και τόσους άλλους...
   Δι' όλα αυτά, ηδημόνων υγρός. Ως να μην ήμην εις νήσον τωρινήν και στερέαν, μα εις το νέφος του κόσμου του Παπαδιαμάντη. Εκατόν είκοσι ...εκατόν εξήντα έτη οπίσω, νέφος κι εγώ. Μα εκεί καθώς ήμην, βυθισθείς εις αισθαντικήν ρέμβην, διεσπάσθη εκείνη από σμήνος αφρόψαρων, όπου έπαιζεν με θόρυβον εμπρός μου εις την επιφάνειαν της αυγινής και γαληναίας θαλάσσης. Σχεδόν αμέσως, ευμεγέθης τόννος με άγκαθας εις την ράχην και την κοιλίαν, επεχείρησεν άλμα από τα βάθη. Διέγραψεν εις τον αέραν καμπύλη τροχιάν και εχάθη ξανά από τα όμματά μου, κάμνων μέγαν πλαταγισμόν.  




  Δεν επρόλαβα να συνέλθω από εκείνην την εντυπωσιακήν δι' εμέ εικόνα  -εξ απαλών ονύχων στεριανός και χερσαίος- και ενεφανίσθη δέλφιν ανοικτά του αιγιαλού. Προέβαλλεν αίφνης, ανεύπνευσεν με τον ραχιαίον φυσητήρ του, εστάθη ολίγον οκνά ανάμεσα θαλάσσης και ορίζοντος και εβυθίσθη ξανά στο έρεβος του βυθού, ανύποπτος καν διά την ύπαρξίν μου. Την εμφάνισιν του δέλφινος, εξέλαβα ως καλόν οιωνόν.
  Εν τω μεταξύ, ο ήλιος είχεν αρχίσει να ανατέλλει εξ ευωνύμων μου. Η ημέρα σήμερον θα ήτο ένδοξος! Η σύζυγος, δεν είχε την εδικήν μου κάψαν διά Παπαδιαμάντην. Την ενεδιέφερον περισσότερο αι ακρογιαλιαί και αι χρυσίζουσαι άμμοι. Όσο εγώ ανεζήτων πληροφορίας εις το κινητόν μου διά τον ηγαπητόν μου συγγραφέα και το μουσείον του, εκείνη είχε μάθει όλας τας παραλίας και τας ταβέρνας της νήσου. Και ουχί μόνον τούτο, είχεν και έτοιμον πρόγραμμα...
   -Αύριο θα πάμε στις Κουκουναριές! Μετά θα επιστρέψουμε για φαγητό στην πόλη! Μεθαύριο θα πάμε Τσουγκριά και θα φάμε εκεί το μεσημέρι... Την άλλη, μπάνιο στο Βρωμόλιμνο και θα φάμε στο Κοχύλι!  Στα Λαλάρια, θα δούμε αν θα πάμε, θα το αποφασίσω αργότερα!
  Από αύριον βεβαίως ετούτα τα σπουδαία, που δι' εμέ -διά να πούμε την αλήθειαν- ήσαν κομμάτι αδιάφορα. Είτε Κουκουναριές, είτε Αχλαδιές, είτε μουσμουλιές και τζιτζιμιτζιχοτζιριές, το ίδιο και το αυτό μου εφαίνετο. Σήμερον όμως η ημέρα θα ήτο εδική μου! Αφιερωμένη εις Παπαδιαμάντην! Και δεν θα ήρχετο μαζί μου η σύζυγος την πρωίαν, θα όδευα μόνος διά την οικία του! Κατάνυξις! Εκείνη θα ρέμβαζε εις την βεράνταν όλο το πρωινόν και αργότερα ίσως ελούετο εις τον αιγιαλό, έμπροσθεν της οικίας μας. Θα επεσκέπτετο το μουσείον το απόβραδο με την βόλτα, εν πλήρη χαλάρωσει, ως ο οιοσδήποτε τυχαίος. Είπωμεν, δεν είχε την εδικήν μου κάψαν διά Παπαδιαμάντην...




 
   Άφησα το αυτοκίνητον εις τον χώρον στάθμευσης, πλησίον του κοιμητηρίου. Σχεδόν αδύνατον να εύρης θέσιν εκείθεν τέτοιαν εποχήν, παραδόξως όμως ευρήκα. Η ώρα θα ήτο ολίγον μετά τας οκτώ -το μουσείον ήνοιγε εννέα- οπότε διέθετα χρόνον να επισκεφθώ και τον τάφο του. Είχον επισημάνει εκ του διαδικτύου την θέσιν του. Ολίγα μονάχα βήματα, αριστερά της εισόδου.
  Απόλυτος ησυχία. Και ερημία. Μονάχα αι πρωιναί τρίλιαι των σπούργων ηκούοντο και το παιχνίδισμά των εις τους κυπάρισσους του κοιμητηρίου. Τωόντι, ο τάφος του συγγραφέως ήτο ολίγα μονάχα βήματα εξ ευωνύμων της εισόδου. Καγκελόφρακτος, εξόν από την πλευρά της ανατολής. Ιστάμενος υπό ξυλίνου εις την κορυφήν σταυρού... ΙC...Ενθάδε κείται Ο ΧΡ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ... απεβίωσεν 2/1/1911 ΚΑ...
  Έμπροσθέν μου, εις τους πόδας του τάφου, φυόμενος εντός μικράς, πηλίνου γαστέρος, τάλας -εκ του τυφώνος- βασιλικός. Οικόσχημον σκεύασμα, παλαιικόν και ασβεστωμένον υπό του σταυρού, διαθέτων μαρμάρινην επιγραφήν έμπροσθεν, επληροφόρει τους επισκέπτας πως ενθάδε ήτο θαμμένος και ο πατήρ Αδαμάντιος... ΙΕΡΕΥΣ ...ΤΕΛΕΥΤΗΣΑΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ 78 ΕΤΩΝ... ΤΟ.... ΟΙ ΘΕΩΜΕΝΟΙ ΤΟΥΤΟ....ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ... Εδώ ακριβώς, ενεθυμήθην τον Καβάφην. Έχει συγγράψει θαύματα επ' αυτού.




  Ήξευρα πως ο τάφος εμπρός μου, ενδεχομένως να ήτο κενός από Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην. Αι γνώμαι διίσταντο και πολλά ελέγοντο. Ακόμη, πως οι Σκιαθίται εξέθαψαν την σορό, ολίγας μόνον ημέρας μετά την ταφήν. Παράδοξος και μακάβριος εκδοχή, ουδείς όμως γιγνώσκει με ακρίβειαν εάν και τι συνέβη. Το βέβαιον, πως η κάρα του συγγραφέως, φυλάσσεται σήμερον εις τον ναόν της Παναγίας της Λημνιάς, ενθάδε. Τα επίλοιπα άγνωστα. Όμως... ακόμη και αν δεν υπήρχεν ίχνος οστού του αγαπημένου συγγραφέως σήμερον εδώ, ουδόλως εμετριάζετο η ταραχή μου να ευρίσκωμαι διά πρώτην φοράν εις την ζωή μου, τόσον σιμά του. Τελικώς, έτι και εάν υστερότερα κάποιοι απώλεσαν τα οστά... εδώ, εις αυτό ακριβώς το σημείον της γης, έθαψαν κάποτε ολόκληρον Παπαδιαμάντην! Εδώ απέμειναν να τον κλαύσουν αι αδελφαί του, στες 3 Ιανουαρίου του 1911! Εδώ ηκούσθη το μοιρολόι της Ουρανίας... ΄΄να σε παινέσω ήθελα, μα συ΄σαι παινεμένος... στου βασιλιά την κάμαρη, είσαι ζωγραφισμένος΄΄.  Εδώ ήρχοντο τας ημέρας εκείνας, να φέρουν έλαιον διά το κανδήλιον, θυμίαμα λιβάνου και να κάμουν με τον ιερέα τρισάγιον... Εδώ, να παρ' η ευχή! Ακριβώς εδώ!
  Εκοίταξα γύρω. Ερημία. Έβγαλα τον ψάθινο πίλον μου και τον απέθεσα εις μίαν λόγχην του καγκελοφράκτου τάφου. Ασκεπής πια. Έπειτα γονυκλινής, έκαμα τον σταυρό μου και σκύψας ταπεινά την κεφαλήν μέχρις εδάφους -με εσώψυχον, βαθύ και ειλικρινές σέβας-  απέτισα τον δέοντα φόρον τιμής εις το πνεύμα ενός αγγέλου! Όστις επέρασεν τα μύρια όσα, επέρασεν μαρτύρια, τα πάνδεινα... κατηραμένη πτώχεια είς το ζωντανό κιβούρι του... και μοναξιάν αφόρητον... και καταφρόνιαν οικτράν... Μα εν τέλει ενίκησε! Διότι κατέφερε τον μυστικόν σκοπόν του, να εναποθέση εις κόσμον τα πτερόεντα δώρα του...
   Ηγέρθην ανάλαφρος εκ της συντόμου αύτης εκ βαθέων ενατενίσεως, προς πνεύμα αείποτε λαμπρόν και σπουδαίον, ευχόμενος υπέρ ψυχής του. Επήρα τον πίλον μου και χαιρέτησα. Επεθύμων διακαώς να απευθύνω ιδίαν στάσιν προς Αλέξανδρον Μωραϊτίδην, ικανόν λογοτέχνην και παιδαγωγόν -φίλον και εξάδελφον του ειρημένου συγγραφέως- όστις προς το τέλος του βίου του, εκάρη μοναχός ως Ανδρόνικος. Δυστυχώς όμως, ηγνόουν παντελώς πού ήτο ο τάφος του. Και συνεργός γύρω ουδείς, στο αχανές κοιμητήριον. Μη δυνάμενος λοιπόν να πράξω τί ως προς τούτο, ευγήκα, υψώνων  απλώς την χείρα με τον πίλον μου προς χαιρετισμό του Μωραιτίδου ή Ανδρονίκου, όπου και αν ήτο θαφθείς ο συγχωρεμένος. 
   Θα όδευα πια πεζός διά το μουσείον. Δέκα λεπτά υπόθεσις ήτο...

 

   Δέκα λεπτά, μα μηδέ κάν οκτώ και ήμισυ! Η αγοραία οδός Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη εσάλευε νωθρώς. Οι καταστηματάρχαι ήνοιγον τα καταστήματά των και εναπόθεταν την πραγμάτεια των έμπροσθεν των θυρών, λαμβάνοντες τόπον και εκ του πεζόδρομου. Η κίνησις δεν ήτο ακόμη ακμαία, μα ένιοι αγουροξυπνηθέντες Γερμανοσάξονες, καθώς και Ιταλοί, εγευμάτιζον πρωινόν, ένθεν κακείθεν κατά μήκος της οδού. Επέλεξα έναν καφενέν -μη απέχων μακράν του μουσείου- και εβολεύθην. Παρήγγειλα πρωινό απλούν και γαλλικόν καφέν -διότι είχον πίει ήδη ελληνικόν- αναμένων τας εννέα...
  Ήμην πλέον πλησίον του οίκου του! Πλησίον μίας μεγίστης αισθητικής απολαύσεως, όπου επεθύμουν διακαώς έτη και έτη! Το να ανέλθω την κλίμακα που επάτει και εκείνος, να ανασάνω εντός των τειχών όπου ανέπνεεν και εκείνος, το να ειδώ και να εγγίξω αντικείμενα που εώρα και ήγγιζεν εκείνος, θα ήτο δι' εμέ κορυφαία συγκίνησις. Και ο καφές και το πρωινόν δεν ήσαν πια δι' εμέ, παρά το ύστατον εμπόδιον προ της επισκέψεως είς τον οίκον του Παπαδιαμάντη. Ή μήπως θα έπρεπε να είπω... εξορμήσεως; Διότι... τοιούτος ήτο ο ενθουσιασμός μου, ώστε επαρομοίαζον έσωθέν μου αύτην την επίσκεψιν... με εξόρμησιν, διά την κατάκτησιν πολυπόθητου κάστρου! Ελάχιστα έγγιξα και καφέν και πρωινόν. Πλην του καπνού του σιγαρέττου μου, ουδέν επήγαινε με όρεξην κάτω... Εννέα και ένα εσηκώθην και με ορμήν κατηυθύνθην εις το -προς κατάκτησιν- κάστρον...

   


   Βήματα πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα... Εστάθην έμπροσθεν του φεγγίτου, όπου την προηγουμένην εσπέραν, ευγενής κυρία μας είχεν ειπεί, πως είχωμεν φθάση αργά. Μα σήμερον, ουδείς εκεί ήτο. Παρέμεινα δι' ολίγον αμήχανος ορών ένθεν κακείθεν. Κυρία μαγαζάτωρ εις το βάθος δεξιά όπου τακτεποίει, έγνεψεν εις κάποιον αόρατον δι' εμέ -προφανώς ευρίσκετο μετά την γωνίαν- δεικνύουσά με διά νεύματος. Σχεδόν αμέσως ενεφανίσθη εκ της ανατολικής γωνίας, ξανθόχρους, νόστιμος κυρία, έχοντας εις χείρας εν σάρωθρον. 
   -Τι θα θέλατε;
   -Να επισκεφθώ το μουσείο...
   -Βεβαίως, ελάτε!
   Διέκρινα όμως -ή μου εφάνη- μικρόν θυμόν εις τα όμματα της. Αστραπιαίον. Σαν να εσκέπτετο... ''Όνειρο το είδες πρωί πρωί χριστιανέ μου; Δεν ήπιαμε ακόμη καφέ, δεν άνοιξαν καλά καλά τα μάτια μας! Ούτε να σκουπίσω τον χώρο μ' άφησες!''... Ίσως μου εφάνη όμως, ίσως μου εφάνη...
  Έπειτα, απίθωσεν το σάρωθρον εις τον τοίχον και τείνουσα την δεξιάν της, με προσεκάλεσε να κατευθυνθώ προς το μέρος της, εις την ανατολικήν πλευράν του κτηρίου. Προς στιγμήν εστάθην αμήχανος έμπροσθεν του φεγγίτου. Παραδόξως, μετά την χθεσινήν επίσκεψιν, είχον απομείνει με την εντύπωσιν, πως ο φεγγίτης ούτος, ελειτούργει ως ταμείον, όπου επλήρωναν οι επισκέπται. Διά τούτο, δεν εκούναγα ρούπι απ΄εκεί!
   -Να πληρώσω; ερώτησα.
  -Όχι ελάτε από δω, επέμενεν η κυρία, δεικνύουσα την κατεύθυνσιν με τεταμένην ακόμη την χείραν. Ηκολούθησα. Μα καθώς την προσεπέρασα εις την γωνίαν, διά να ευγώμεν εις την κλίμακα της βορείας εισόδου, ήκουσα οπίσω μου...
   -Καλέ! Περάσατε τον φεγγίτη για γκισέ; Χαχα! Καλέ! Πέρασε τον φεγγίτη για γκισέ! Χάααααχαχαχα...
   Θα παρηρχόμην το γεγονός, εάν εκείνο δεν εσυνοδεύετο από γέλωτα παρατεταμένον και κακαριστόν! Κατ΄ αρχάς εξεπλάγην! Μετά εθύμωσα! Ευρισκόμην εις μίαν ιερήν της ζωής μου στιγμήν και ο ξανθόχρους ούτος δαίμων, εγέλα μαζί μου! Προσεβλήθην! Εστράφην προς το μέρος της και είπον αυστηρά επιπλήτων αυτήν, λες και ήμην εγώ ο οικοκύρης...
   -Ξέρετε πού βρίσκεστε; Στο σπίτι του Παπαδιαμάντη!!
  Επάγωσεν! Έμεινεν ενεά. Εμπερδεύθει! Ποίος γνωρίζει πόσαι σκέψεις επέρασαν αυτομάτως εις το μυαλόν της...'' -Ποιος να είναι τούτος δω με τα μούσια και το ψάθινο καπέλο; Γιατί ήρθε τόσο νωρίς και με τόση φόρα; Μήπως με εμπαίζει; Είναι κοινός θνητός ή μήπως κανένας επιθεωρητής μουσείων του υπουργείου; Ή μήπως άνθρωπος της προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία έχει κανονισμένη επίσκεψη στο μουσείο αυτές τις μέρες και είχε έρθει να αναγνωρίσει το έδαφος;''
  Η ξανθόχρους, είχεν γίνει κάτωχρος. Ως τόσο, εις την προσπάθειαν να δικαιολογήσει φράσην και γέλωτα -προ πάντων το... κακαριστόν της υποθέσεως- ο διαπληκτισμός εσυνεχίσθη δι' ολίγου ακόμη αναμετάξυ μας. Σύντομα όμως επήρε άκρως επαγγελματικόν ύφος και με οδήγησε εις την κλίμακα. Αφού ανήλθαμεν, επλήρωσα και εισήλθαμεν εις την οικίαν-μουσείον, αμφότεροι τελούντες εν ταραχή και αμηχανίαν...
  Εστάθη εις την άκρη του χωλ, σχεδόν εις την είσοδον και ήρχισεν να λέγει τας ενδεδειγμένας πληροφορίας διά την περίστασιν, ως ξεναγός. Εν ποίημα σχεδόν, όπου θα το έλεγεν κάθε φοράν εις κάθε επισκέπτην ή επισκέπτας. Την διέκοψα μάλλον αγενώς -το συνειδητεποίησα εκ των υστέρων- λέγων πως έχω εντρυφήσει έτη και έτη εις τον Παπαδιαμάντην, γιγνώσκω πλείστα από την τέχνην, τον βίον και τας επιστολάς του ακόμη και πως... τέλος πάντων είμαι και εγώ συγγραφεύς. Δεν έχω ανάγκην λοιπόν το... λογίδριον, ας μην κοπιάζει να μου λέγει τα τετριμμένα...
   Ησθάνθη μάλλον ανακούφισην. Ουχί επιθεωρητής μουσείων ο κύριος, μα συγγραφεύς. Μάλιστα...
  -Καλώς! Σας αφήνω λοιπόν να δείτε το μουσείο. Αν θέλετε να ρωτήσετε κάτι φωνάξτε με. Εδώ έξω από την πόρτα θα είμαι. Όταν τελειώσετε, θα κατέβουμε να σας δείξω το υπόγειο...
   Ηύγεν. Ήτο ό,τι επεθύμουν. Να απομείνω μόνος... Ύπαγε απ΄εδώ αποφώλιον τέρας!...
  Μα έπρεπε να αφήκω εις την άκρην την άσχημην διάθεσιν όπου μου εδημιούργησεν η απρόσμενος αύτη σύγκρουσις, διότι ευρισκόμην επιτέλους εις την κρύπτην και τα μυστικά του βασιλέως! Και ο βασιλεύς εδώ, ήτο ο Παπαδιαμάντης! Εις τα κομμάτια λοιπόν ο γέλως ο κακαριστός και ο ξανθόχρους δαίμων! 







   Ήρχισα να περιπλανώμαι εις τα δώματα. Εις το κελλίον του παπά Αδαμάντιου... εις το σαλόνι με τον παλαιόν καναπέ, τον καθρέπτην και την υάλινη θήκην με χειρόγραφα του συγγραφέως... τον κονδυλοφόρον... το μελανοδοχείον. Οποία συγκίνησις! Τα ίχνη του!...Εις τους τοίχους πίνακες με την μορφή του, έγγραφα όπου τον αφορώσι, το απολυτήριον σπουδών του, παλαιαί φωτογραφίαι και άλλα. Επέρασα εις το δώμα όπου απέθανεν. Με την εντοιχισμένη ντουλάπαν και είδη εποχής, την ψάθινην καθέκλαν, τον σοφράν, την εστίαν... να εκεί σιμά της εστίας άφησεν την ύστατην πνοήν ο άγγελος. Πνευμονία... Ολίγον πριν, ήκουσε μακρόθεν κάλαντα από παιδία. Ηυχαριστήθη... Υπήρξεν λοιπόν, υπήρξεν... Αφήσας οπίσω θεσπέσια ίχνη... Όμως υπήρξεν! Ήτο κάποτε ζωντανός... ολοζώντανος, περιπατούσεν και ανέπνεεν εντός των τειχών ετούτων, όπου τώρα περιπατούσα και ανέπνεον και εγώ!
  Εις κάθε μου βήμα το ξύλινον πάτωμα έτριζεν, επαναφέρον με όμως εις την πραγματικότητα. Και η πραγματικότης δυστυχώς ήτο... ξανθόχρους! Ήμην έτι συγχυσμένος. Παρά την βαθείαν συγκίνησην, δεν ημπορούσα να απολαύσω εντελώς την πολυπόθητον ετούτην επίσκεψιν, όπου τόσον ελαχταρούσα! Ήκουγα εις τα ώτα μου τον κακαριστόν γέλωτα και ήτο ως να είχεν εισέλθει εντός μου, ο ίδιος ο διάβολος...
 Έμπροσθέν μου ζωγραφικός πίναξ, όπου απεικόνιζε την σεπτήν μορφήν του Παπαδιαμάντη. Εστάθην...




    -Περίμενα καλύτερη υποδοχή κυρ Αλέξανδρε... εψιθύρισα.
  Δεν εσάλεψε. Παρέμενεν εκεί καθάριος, ακραιφνής, άγιος, με χαμηλωμένη την κεφαλήν και σταυρωμένας χείρας. Με όμματα σχεδόν κλειστά. Αμέτοχος, ολύμπιος, άφθαρτος. Ως να μην είχεν καμμίαν ανάμειξιν πια, εις το ατυχές περιστατικόν του φθαρτού, υποσέληνου κόσμου μας. Όμως εγώ είχον ακόμη παράπονον. Από εκείνον πια, όχι από τον δαίμονα... Πώς επέτρεψεν να μοι φερθούν τοιουτοτρόπως εις την ιδίαν του οικίαν; Εις έναν πνευματικόν συγγενήν του; Εις αδελφόν; Εγώ όπου υπάγω και όπου σταθώ, περί αυτού λέγω. Και μήπως εις εκδοθέν βιβλίον μου -φιλοσοφικόν και δοκιμιακόν- δεν του εχάρισα δεκαοκτώ συναπτάς σελίδας, διά να τον επαινεύω απνευστί; Να τον συνεκρίνω και με αυτόν ακόμη τον μέγα Ντοστογιέφσκι, εις τον οποίον Ρώσσον, είχον αφιερώσει σελίδας μονάχα τρεις; Πώς επέτρεψεν λοιπόν, τοιούτον κακαριστόν γέλωτα εις βάρος μου; Αχ κυρ Αλέξανδρε, δεν μου τα λέγεις καλά!... Κακαριστόν γέλωτα εις βάρος μου, εις την ιδίαν σου οικία, όπου είχον έρθει να επισκεφθώ με τόσην θέρμην και ευρύχωρον καρδίαν;
  Τότε, ωσάν η αγία μορφή να εσάλεψεν αμυδρώς -σχεδόν αδιοράτως- τα σεπτά χείλη της εις τον πίνακα...
   -Δεν ήταν κακαριστό το γέλιο, ήταν γαργαριστό! εψιθύρισεν μόνον και σώπασε πάλιν, παίρνοντας την προτεραίαν ασάλευτον στάσιν της...
   Αφού συνήλθα από την έκπληξιν τοιούτου οραματικού φαινομένου που ήγγιζεν τα όρια του θαύματος, εβάλθην να κατανοήσω την διαφοράν μεταξύ κακαριστού και γαργαριστού γέλωτος. Κάτι σημαντικόν ήθελεν να μου ειπή ο συγγραφεύς! Και έδει να το εύρω...







   Ήρχισα πάλιν την περιπλάνησιν εις τα δώματα της οικίας του συγγραφέως, χωρίς όμως να παρατηρώ ενδελεχώς, παρά να σκέπτομαι. Το παλαιόν πάτωμα, εις κάθε μου βήμα έτριζεν... έτριζεν. Ως να ήθελεν κάτι να μοι ειπή. Να με οδηγήσει μάλλον εις το φως. Και η έξοδος δεν ήργησεν...
   Τωόντι, υπήρξεν μεγίστη διαφορά ανάμεσα κακαριστού και γαργαριστού γέλωτος. Διότι ο πρώτος εξάγεται εκ των... κακαρισμάτων των ορνίθων. Είναι άλογος και ανόητος. Δεικνύει χαιρεκακίαν και προέρχεται εξ ενστίκτων ταπεινών. Ο γαργαριστός γέλως όμως, άλλου παπά ευαγγέλιον. Εξάγεται εκ του γάργαρου ύδατος. Ως τρέχει εις καθάριαν πηγήν. Δεικνύει πηγαίον αυθορμητισμόν, αίσθησιν του αστείου, δεικνύει άνθρωπον θερμόν, πλήρους αισθημάτων. Δεικνύει εν γένει αθωότητα. Και μάλλον είχεν δίκαιον -εις το όραμα του πίνακος- ο κυρ Αλέξανδρος. Ο γέλως της κυρίας ήτο γαργαριστός και ουχί κακαριστός! Εγέλασεν αυθορμήτως ως άνθρωπος, επειδή επέρασα τον φεγγίτη διά γκισέν! Δεν έπρεπε δα, να το πάρω και τόσον κατάκαρδα... Έπειτα, οι νησιώται δεν ομοιάζουν με εμάς τους χερσαίους. Δρουν αυθορμήτως και είναι κομμάτι... πιο τραγουδιστικοί!
   Μία παρεξήγησις ήτο τελικά αύτη η ανόητος σύγκρουσις! Και έπειτα, είχεν δίκαιον η κυρία! Είχον εφορμήσει ως σίφων πρωίαν πρωίαν εις το κάστρον, δεν είχεν προκάμει καλά καλά να ηνοίξει τας θύρας. Την επήρα εκ των μούτρων! Και δεν εκάθητο η καημένος, δεν το είχεν ρίξει εις χαζολόημα ή καφέν, παρά εκαθάριζεν μετά σαρώθρου -ήτοι σκούπας- τον αύλειον χώρον! Ναι, δεν ήτο δαίμων τελικά, αλλά μία κυρία ξανθόχρους... νόστιμος... μία κυρία εργαζομένη, με γέλωτα καθάριον και γαργαριστόν, μία κυρία με αίσθησιν του αστείου και των ανθρωπίνων αδυναμιών. Και εγώ -όπου ήμην πάντοτε εχθρός των τύπων, φίλτατος της αμεσότητος και του πηγαίου αυθορμητισμού- είχον φερθεί παρά φύσει, είχον φερθεί αγενώς! Αγενώς! Λοιπόν... το πράγμα έπρεπε να διορθωθεί, αυθωρεί και παραχρήμα!...


 

   Η κυρία ενεφανίσθη εις το χωλ. Προσέγγισα διά συμφιλίωσιν. Της εξηγήθην. Έπταιε ο ενθουσιώδης χαρακτήρ μου. Έπταιε που είχον έρθει ενωρίς. Ήτο όμως τάμα ζωής. Ο Παπαδιαμάντης εσήμαινε πολλά δι' εμέ. Έτη και έτη προετοίμαζα ετούτο το ταξείδιον! Εμειδίασε αγαθώς. Μοι είπεν πως είχεν περάσει και εκείνη κοπιώδες τριήμερον. Ο τυφών είχε πλημμυρίσει το υπόγειον με τα βιβλία του Παπαδιαμάντη. Το ύδωρ και η ιλύς του πρωτοφάντου υετού, είχον εισβάλλει από την θύραν του υπογείου και τον ανατολικόν φεγγίτην. Σχεδόν δύο μέτρα ύδατος και ίλεως εις το υπόγειον! Τρεις ημέρας η ιδία μετά συναδέλφων της, είχον ελάχιστον κοιμηθεί, μόνον και μόνον διά να επαναφέρουν το μουσείον εις την προτέραν. Είχον όμως κατορθώσει -διότι περί Ηρακλείου κατορθώματος επρόκειτο, ωσάν εκείνο εις τους σταύλους του Αυγείου- να καθαρίσωσι το υπόγειον και να διασώσωσι άπαντα τα σπάνια βιβλία. Τας πρώτας εκδόσεις των έργων του συγγραφέως. Τα επίλοιπα, στεγνώνουν ήδη! Εν τέλει, θα διασωθώσι όλα! Το υπόγειον, είναι ήδη και πάλιν επισκέψιμο! Εδόθησαν αμοιβαίαι εξηγήσεις. Εφιλιώσαμεν. Και μοι είπεν, εάν έχω τελειώσει με τον επάνω όροφο να περάσωμεν διά ξενάγησιν εις το υπόγειον... Και πως δύναμαι να επισκέπτωμαι το μουσείον όποτε επιθυμώ αυτάς τας ημέρας, με το ίδιον εισιτήριον φυσικά. Εφιλιώσαμεν...
    Εξερχόμενος, είδον εις την κλίμακα της εισόδου, άνδρα λευκόμαλλον με μύστακα παχύν ωσάν του Ανδρούτσου. Άνω τον εβδομήκοντα. Εφόρει μελανά ομματουάλια, εβάστει την κουπαστήν της κλίμακος και εώρακέ με, βλοσυρός. Έλεγες πως ήτο έτοιμος διά καυγάν και ας μην ήτο η ηλικία του ιδανική διά καυγάν. Εφαίνετο όμως αποφασισμένος. Ανέδυεν μίαν αύραν, ωσάν να ήτο ο άρρην γάτος της γειτονιάς. Θα ειδεποιήθη ως φαίνεται, πως κατέφθασεν περίεργος μουστερής -η αφενδιά μου- ενδεχομένως όμως να ευρίσκετο κάπου πλησίον και είδεν με τα όμματά του και ήκουσε με τα ώτα του, τον πρωινόν σύντομον διαπληκτισμόν. Μην γνωρίζων βεβαίως ποίος πραγματικά ήμην, μη ηξεύρων πως και εγώ με τον τρόπον μου, ήμην είς φρουρός του ιδίου πνεύματος, είχεν έλθει μάλλον να προστατεύση την κυρίαν και τα ιερά, ίσως και από έναν μανιακό... πού ηξεύρεις! Έτσι ωμοίαζε. Ωσάν φρουρός των ιερών και οσίων της οικίας Παπαδιαμάντη! Και προστάτης των γυναικών! Ο οποίος είχε να κάμει με έναν άρτι αφιχθέντα, επικίνδυνον και αλλοπρόσαλλον πειρατήν... Εμέ! Αγνοών προφανώς πως είχωμεν φιλιώσει ήδη με την κυρίαν, εσυνέχιζεν να με παρατηρή βλοσυρός, πίσω από τα ερεβώδη ομματουάλια του, ιστάμενος εις την αρχήν περίπου της κλίμακος, εβαστώντας με την δεξιάν την κουπαστήν... έτοιμος να χιμήξει εάν χρειαστεί και να με συντρίψη ο γέρων...




   Όμως ημείς -αφού είδωμεν δι' ολίγον το καλοκαιρινόν μαγειρείον της οικογενείας- εκατέβημεν εις το υπόγειον. Μας ηκολούθησεν και ο περίεργος μυστακοφόρος, χωρίς διόλου να ομιλή. Ότε εφθάσαμεν κάτω, η κυρία με πληρεφόρησεν, πως το υπόγειον εχρησιμοποιείτο ως αποθήκη τροφίμων διά την οικογένειαν του παπά Αδαμαντίου. Άλευρα, έλαια και τα λοιπά. Υπήρχεν και εν πηγάδιον εντός του υπογείου. Τωόντι όμως, το υπόγειον ήστραπτεν από καθαριότητα και τάξιν! Τα σπάνια βιβλία των πρώτων εκδόσεων του Παπαδιαμάντη, ευρίσκοντο πάλι εις θέσιν των, απείρακτα. Εάν δεν το εγνώριζα, θα έλεγα πως δεν επέρασαν ποτέ απ' εδώ, δύο μέτρα ύδατος και άφθονος ιλύς, τρεις μόλις ημέρας πριν. Οι υπεύθυνοι, θα πρέπει να έδωκαν τιτάνιον αγώνα, ίνα αποκαταστήσωσι την τάξιν! Αγώνα τωόντι, ωσάν του Ηρακλέως...
   Η κυρία εν ευθέτω χρόνω, με συνέστησεν και εις τον βλοσυρόν φρουρόν, όπου έως τότε εσυνέχιζεν να παραμένη σιωπηλός και δυσπρόσιτος. Ήτο τελικά, ο κύριος Νίκος Ακρίβος. Αξιόλογος εικαστικός της Σκίαθου, όμως με ταξείδια ακόμη και στο εξωτερικόν, με σπουδάς, με πανεμόρφους ζωγραφικούς πίνακας -απ' ο, τι είδον εκ των υστέρων- και τωόντι, άνθρωπος του οίκου. Όστις συνέβαλε τα μέγιστα, ίνα καθαρίση το υπόγειον και διασωθώσι τα βιβλία. Ωμιλήσαμεν εν τέλει διά πολλά, ικανήν ώραν. Διά τον Παπαδιαμάντην, την ζωήν εις Σκίαθον και εις Αθήνας, τον Μερλιέ, τας αδελφάς, την γλώσσα, τα έργα του. Εφιλιώσαμεν και με εκείνον -αν και εδώ που τα λέμε- δεν είχωμεν αλλάξει αναμετάξυ μας, κουβένταν κακιάν. Η κυρία μου εδώρισεν έν βιβλίον του Παπαδιαμάντη. Το διήγημα ΑΓΑΠΗ ΣΤΟΝ ΚΡΕΜΝΟ -εκδόσεως Δήμου Σκίαθου. Όπου πέραν του διηγήματος περιείχεν διευκρινίσεις και σχόλια και αρκετάς φωτογραφίας του οίκου και του ζεύγους των ηρώων του διηγήματος. Του Γιάννη Μυγδαλάκη και της Μαριώς, του Πετριού... Θεός σχωρέστους. Μου εχάρισεν επίσης και δύο μολύβους. Εφιλιώσαμεν διά τα καλά...




   Την εσπέραν ευρισκόμην εις το μπαρ ''Portobello''. Έπινον ουίσκι με πάγον. Ως πάντα εις χαμηλόν ποτήριον. Εχάζευα την βόλταν εις την Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη και τους ξένους, οι οποίοι επηγαινοέρχοντο. Άλλοι εδείπνων, άλλοι έπινον, άλλοι εψώνιζαν και άλλοι απλώς εβόλταραν. Η σύζυγος ήτο ολίγο πίο κάτω. Είχεν υπάγη εις έν περίεργον κατάστημα, όπου οι πελάται θέτουν τους πόδας εντός υάλινων δοχείων όπου περιέχουν ύδωρ. Εις το ύδωρ μέσα, κολυμβώσι μικροί ιχθύες. Οι ιχθύες αύτοι, πεινώσι διά πόδας ανθρώπων! Δεν είναι βέβαια πιράνχας, ακίνδυνοι είναι. Όντως όμως... λαίμαργοι διά πόδας ανθρώπων... Όταν τίς, θέτει τους πόδας του εις το υάλινο δοχείον, οι ιχθύες πίπτουν με ορμήν επάνω τους και με δεκάδες-εκατοντάδες τσιμπήματα, αφαιρώσι τα νεκρά κύτταρα, μικροσκοπικάς πέτσας και παν τι, όπου δεν είναι απαραίτητον εις τους πόδας. Κοντολογίς, τους καθαρίζουν ολοτελώς! Αύτη η επίθεσις των ιχθύων όμως, προκαλεί μίαν ανακουφιστικήν αίσθησιν εις τον κάτοχο των ποδών. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζετο η σύζυγος, η οποία επέμενε -άγιον με έκαμεν- να επισκεφθώ το εν λόγω κατάστημα, διά να απολαύσω και εγώ το παράξενον ετούτο μασάζ. Ηρνήθην όμως πεισματικώς. Προετίμησα το ''Portobello'' εκεί σιμά, το ουίσκι με πάγον σε χαμηλόν ποτήριον, την ρέμβην και το νυμφοπάζαρον -οφθαλμών πανδαισία- της οδού Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη...




   Η εσπέρα ήτο γλυκεία. Το θέρος είχεν πάλιν επιστρέψει διά τα καλά. Και εκεί, πίνων το ουίσκι μου και αναμένων την σύζυγον, έφερον εις τον νου τα γεγονότα της ημέρας. Αίφνης, εξεκαθάρισαν όλα! Διότι όλα ήτον μία σκευωρία του πνεύματος του κυρ Αλέξανδρου. Εκείνο το... γάργαρο πνεύμα λοιπόν, με καλωσόρισεν εις τον οίκον του, με τον ιδικόν του παράξενον τρόπον. Μου ετοίμασεν μικρόν καψώνιον. Ως κάποιοι ιδιαίτεροι εις ανθρώπους οπού αγαπούν. Αφήνων διά καλωσόρισμα, ουχί την αδιαφορίαν και την ψυχρότητα, αλλά γέλωτα γαργαριστόν, μέσω της ξανθοχρώσης κυρίας. Διά να διασαλεύσουν δι΄ολίγου την τάξιν και να εμετρήσουν την δύναμιν των ψυχών...
  Εντός του οίκου και της ιερής αύρας του Παπαδιαμάντη, επήρα σπουδαίον μάθημα. Διήνυσα τάχιστα την απόστασιν από το... σκοτεινόν ΄΄κακαριστόν΄΄ εις το ευγενές ΄΄γαργαριστόν΄΄ και ευρήκα έξοδον προς το φως. Άλλως, θα έμενον αιχμάλωτος κακών αισθημάτων. Θα εγέμιζα σκότος. Όμως ο δαίμων, εμεταμορφώθη εις σπουδαίαν γυναίκα. Και εγώ ηλευθερώθην εκ του στόματος του λέοντος! Αρνητική ενέργεια μετετράπη εις θετικήν! Η σύγκρουσις εις φιλίαν. Το χάος εις δημιουργία. Διότι και ετούτο  ήθελεν εν τέλει, ο ιερός συγγραφεύς εξ εμού. Να μεταμορφώσω αύτην την εμπειρίαν εις διήγημα. Όπου επήρα την απόφασιν να συγγράψω, εκεί ακριβώς εις το ''Portobello'', ενώ ανέμενον την σύζυγον και πίνων το ουίσκι μου! Ήτο όλον ήδη εντός μου! Εκ της αρχής μέχρι τέλους και μάλιστα με λεπτομερείας! Και δεν θα ήτο ίσως εκεί, εάν όλα είχαν υπάγη ωρολόγιον το πρωί... Εάν δεν υπήρχεν το έναυσμα, το οποίον διασάλευσεν προσωρινώς την συναισθηματικήν τάξιν. Και απεφάσισα μάλιστα, να το συγγράψω, ουχί εις την δημοτικήν αλλά  εις την καθαρεύουσαν! Και ας μην την εδιδάχθην ποτέ. Προς τιμήν του Παπαδιαμάντη βεβαίως, ός ήξιζεν εν τέτοιον ριψοκίνδυνον εγχείρημα! Ότε ήλθεν η σύζυγος, της ανακοίνωσα ταύτην την απόφασιν ευτυχής... Θα ήρχιζα από αύριον κιόλας!

 

   Εμείναμεν ολίγας ημέρας ακόμη εις την Σκίαθον. Εις το διάστημα τούτο, επεσκέφθην και πάλιν το μουσείον Παπαδιαμάντη. Ησύχως πια, χωρίς γέλωτες και διαπληκτισμούς. Εν τω μεταξύ ανεκάλυψα και την μαγεία της πλατείας Παπαδιαμάντη. Και το έξοχον καφενείον... ''η νοσταλγός''! Έκτοτε, πού με έχανες πού με εύρισκες, εκεί ήμην! Τα πρωινά εκεί έπιον τον καφέν μου και τας νύκτας εκεί έπιον το ποτό μου. Δέκα βήματα από την οικία του κυρ Αλεξάνδρου. Σιμά εις την αύρα του...




   Μίαν πρωίαν, απελάμβανα τον καφέν μου εις την ''νοσταλγόν''. Υπό του πεύκου της πλατείας Παπαδιαμάντη, ευρίσκοντο και αι τρεις κυρίαι του μουσείου και εξέλαβα πως είχαν παραγγείλει τους καφέδες των εις το καφενείον που ήδη ευρισκώμην. Ειδοποίησα την κυρίαν Κυριακήν -ιδιοκτήτριαν- πως θα επλήρωνα εγώ τους καφέδες των κυριών. Επεθύμουν να εξαλείψω και το παραμικρόν ίχνος κακής έξεως, εκ της παρεξηγήσεως της πρώτης ημέρας. Αι κυρίαι με ευχαρίστησαν εγκαρδίως. Μοι είπον πως ανέμενον εις ολίγον την πρόεδρον της Δημοκρατίας, η οποία θα επεσκέπτετο το μουσείον και κατόπιν θα έπαιρνε τον καφέν ή το αναψυκτικόν της εις την ''νοσταλγό'', το καφενείο που ήδη ευρισκώμην. Ίσως ήτο η μοναδική ευκαιρία εις την ζωή μου, να χαιρετήσω διά χειραψίας ολόκληρην πρόεδρον της Δημοκρατίας και να πίω πλησίον της τον καφέν μου. Όμως, άλλα είχωμεν αποφασίσει διά σήμερον. Δεν εστάθην λοιπόν. Όπως δεν εστέκετο και ο κυρ Αλέξανδρος εις τους βασιλείς. Χαιρέτησα τας κυρίας, ευχήθηκα καλήν τύχην με την πρόεδρον και απέφυγα διά των στενών, προς αντάμωσιν της συζύγου, όπου θα εβάζαμεν πλώρην διά άμμους και αιγιαλούς...





   Την τελευταίαν ημέραν, πάλιν έπιον τον καφέν μου εις την ΄΄νοσταλγόν΄΄. Αίφνης, ο νεανίας του καταστήματος, άφησεν εις την τράπεζαν έμπροσθέν μου γλυκόν ουρανοκατέβατον, το οποίον βέβαια δεν είχον παραγγείλει. Εις την απορίαν μου, ηπάντησε πως μοι το κερνά η Ρούλα του μουσείου, η οποία εόρταζε μία από τας προηγουμένας ημέρας. Έστρεψα την κεφαλήν εις το πεύκον, όπου εκεί ήτο η ξανθόχρους φίλη μου, μετά του εικαστικού κυρίου Ακρίβου. Η Ρούλα τελικώς ήτο Σταυρούλα και εόρταζε του Σταυρού εις τας δεκατέσσερις. Ηυχαρίστησα από την θέσιν μου, ηυχήθειν, έφαγα το γλυκόν και επήγα και εγώ υπό του δροσιστικού πεύκου, σιμά τους. Ήθελον πρωτίστως να τους αποχαιρετήσω, διότι ήτο το τελευταίον μου πρωινόν εις την νήσον. Το μεσημέρι θα εσαλπάραμεν. Τα είπαμε δι΄ολίγον και μάλιστα με τον κυρ Νίκο ωμιλήσαμεν και διά κοινούς γνωστούς, εικαστικούς. Του εξέφρασα επίσης και τον θαυμασμό μου διά τα έργα του, όπου εν τω μεταξύ είχον εύρει εις το διαδίκτυον. Ετραβήξαμεν και φωτογραφίας. Τέλος, τους απεχαιρέτησα συγκεκινημένος. Ενθυμούμαι ακόμη με την ιδίαν συγκίνησιν, αυτούς τους ωραίους φρουρούς της οικίας του Παπαδιαμάντη εις την Σκίαθον. Και τους ευχαριστώ διά το έναυσμα και ας είχεν βάλει το χεράκι του και το παιχνιδιάρικον πνεύμα του κυρ Αλέξανδρου, που περιφέρηται ως φαίνεται εις τα πάτρια... Χωρίς τον γέλωτα εκείνον τον γαργαριστόν όμως, το διήγημα ετούτο δεν θα υπήρξεν...


Φιλολογική επιμέλεια: 
Κυριάκος Γεωργιάδης

27.09.2023

Ο λαγός του Ματαφιά

 

-διήγημα-


   Όταν έφτασα στη Λέσβο τον Σεπτέμβριο του '89, για να συνεχίσω τη θητεία μου ως έφεδρος αξιωματικός, δεν είχε κοπάσει ακόμη στους στρατιωτικούς κύκλους, ο θρύλος του Στρατηγού Ματαφιά. Είχε υπηρετήσει στο νησί πριν λίγα χρόνια, αφήνοντας πίσω τεράστιο οχυρωματικό και εκπαιδευτικό έργο. Γι' αυτό ο θρύλος του κρατούσε ακόμη. 
   Ακούγαμε απίστευτες ιστορίες γι' αυτόν. Τον έτρεμαν όλοι! Δίκαιος μα αυστηρός απέναντι σε στρατιώτες και αξιωματικούς. Πατριώτης. Δεν υπολόγιζε κανέναν μπροστά στο καλό της πατρίδας. Ούτε κυβερνήσεις, ούτε πρωθυπουργούς. Είχε δε, μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους απλούς στρατιώτες. Κυκλοφορούσε η φήμη, πως είχε εγκλωβιστεί κάποτε στην Κύπρο από τους Τούρκους και αυτοί που τον έσωσαν ήταν στρατιώτες και όχι αξιωματικοί. Από τότε "έτρεχε" άγρια τους αξιωματικούς. Λέγονταν κι άλλα πολλά. Για σχέσεις με τον Οτσαλάν και τους Κούρδους, για μυστικές επιχειρήσεις πέραν του ελληνικού χώρου, για απίστευτες οχυρώσεις στις νήσους, για ξαφνικές εφόδους όπου μπορεί κανείς να φαντασθεί... Άγρυπνος. Δεν κοιμόταν ποτέ. Λεγόταν πως ήταν επικηρυγμένος από τους Τούρκους κι ένα σωρό άλλα. Τώρα τι απ' αυτά έστεκε πραγματικά και τι όχι, ένας Θεός ξέρει... Πού τελείωνε η αλήθεια και άρχιζε ο μύθος, μόνο όσοι τον γνώρισαν από κοντά μπορούν να μας πουν. Εμείς το '89, νιώσαμε μόνον την αύρα του. Σα να είχε φύγει ο κομήτης και να είχε αφήσει πίσω την αστρόσκονή του...
    Δε θα διηγηθώ όμως σήμερα κάτι σημαντικό από τη ζωή του ή κάτι από τα τρελά και θαυμαστά που ακούγονταν κατά καιρούς για κείνον. Θα διηγηθώ μια ευτράπελη ιστορία του, όπως μου τη διηγήθηκε ένας Συνταγματάρχης πεζικού, που υπηρετούσε τότε μαζί του...

  Μία ημέρα λοιπόν, εμφανίσθηκε στο στρατηγείο, ένας Μυτιληνιός και θέλησε να δει τον Στρατηγό. Οι στρατιώτες της φρουράς ειδοποίησαν και ο Ματαφιάς έδωσε την άδεια να ανέβει ο άνθρωπος -που βαστούσε μία σακούλα στο χέρι- στο γραφείο του...
   -Καλημέρα Στρατηγέ μου!
   -Καλημέρα σας! απάντησε ο Ματαφιάς, τι θα θέλατε; 
   -Στρατηγέ μου, σας έχω σε μεγάλη εκτίμηση. Κάνετε τόσα για το νησί μας και επειδή είμαι κυνηγός, σας έφερα έναν λαγό. Είναι λάγαρος όμως! Πάνω από τρία κιλά! Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σας Στρατηγέ μου... Εμείς οι Μυτιληνιοί σας χρωστάμε μεγάλες χάρες!
   Χαμογέλασε ο Ματαφιάς. Αγαπούσε τους ανθρώπους του λαού. Και ο ίδιος άλλωστε, δεν βαστούσε από πρίγκιπες. Από λαϊκή οικογένεια καταγόταν. Πρόσφερε στον άνθρωπο καφέ, τον ευχαρίστησε, τα είπανε για λίγο και ο καθένας πήγε στη δουλειά του. Πριν απ' αυτό όμως, ο Ματαφιάς έστειλε τον λαγό στη Λέσχη Αξιωματικών της Μυτιλήνης, με την εντολή να τον φυλάξουν στην κατάψυξη, ώστε σε πρώτη ευκαιρία να τον φάει με κάποιον φίλο...
   Ο Στρατηγός όμως εκείνη την περίοδο, δεν έσωνε. Πολύ δουλειά. Είχε αναλάβει οχυρωματικά έργα σε επικίνδυνη για απόβαση περιοχή της νήσου και κυριολεκτικά δεν κοιμόταν. Τη νύχτα σχέδια, την ημέρα σκαψίματα και χτισίματα. Χώρια οι ασκήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, βολές, πορείες και νυχτερινές εφορμήσεις, για να διαπιστώσει την ετοιμότητα ταγμάτων και φρουρών της στρατιάς του. Μία στην Καλλονή, μία στο Μανταμάδο, μία στη Μόρια, την άλλη στην Πέτρα και την Προβοσκίδα. Λαγοκοιμόταν για λίγο στις διαδρομές με το τζιπ ο Στρατηγός και το πρωί, πάλι απ' την αρχή. Κοντολογίς ο λαγός ξεχάστηκε στην κατάψυξη της λέσχης Αξιωματικών Μυτιλήνης...


   Στις 8 Νοεμβρίου όμως εκείνου του έτους της δεκαετίας του 1980, η πόλη γιόρταζε όπως κάθε χρόνο, την απελευθέρωση της από τους Τούρκους -το 1912. Την ημέρα των Ταξιαρχών. Λειτουργίες, δοξολογίες και φυσικά παρέλαση στο λιμάνι, αξιωματικών και στρατιωτών του Ματαφιά. Ο οποίος παρακολούθησε περήφανος τα παλικάρια του -που παρήλαυναν και έτρεμε η γη- από ένα σημαιοστόλιστο βάθρο στην παραλιακή, μαζί με τις αρχές του τόπου πλησίον του Νομάρχη, ο οποίος εκτιμούσε και κείνος, ιδιαίτερα τον Στρατηγό.
   Όταν τελείωσε η παρέλαση, όλοι οι επίσημοι έσπευσαν να χαιρετήσουν και να συγχαρούν τον κύριο Ματαφιά για την άψογη εμφάνιση του στρατεύματος. Εκείνος όμως που έδειχνε πιο ενθουσιασμένος απ' όλους, ήταν ο Νομάρχης...
   -Τα συγχαρητήρια μου Στρατηγέ! Με εσάς εδώ, το νησί μας αισθάνεται ασφαλές περισσότερο από κάθε άλλη φορά!
   -Ευχαριστώ πολύ κύριε Νομάρχα, δεν κάνουμε τίποτε άλλο, παρά το καθήκον μας... απάντησε ο Ματαφιάς. 
   -Όμως Στρατηγέ μου...
   -Παρακαλώ...
   -Να Στρατηγέ μου! Βρισκόμαστε όλο σε επίσημες εκδηλώσεις. Θα ήθελα μια φορά να τα πούμε πιο χαλαρά, να πιούμε ένα κρασάκι σαν φίλοι βρε αδερφέ!
   Τότε ακριβώς, ο Ματαφιάς, θυμήθηκε τον λαγό! Και χάρηκε. Και κείνος ήθελε να πιει δύο ποτηράκια χαλαρά με τον κύριο Νομάρχη. Εξ' άλλου δεν είχε καθίσει καθόλου όλο το φθινόπωρο και το καλοκαίρι! Για άδεια βέβαια, ούτε συζήτηση εδώ και χρόνια! Λοιπόν, θα τον καλούσε το Σάββατο το βράδυ στη Λέσχη Αξιωματικών, για να φάνε μαζί  αυτόν τον περιφρονημένο μέχρι σήμερα, λαγό...
   -Κύριε Νομάρχα, πέσατε στην περίπτωση! Έχω στη λέσχη αξιωματικών, έναν λαγό τεφαρίκι! Θα δώσω εντολή να τον φτιάξουν στιφάδο. Ραντεβού λοιπόν το Σάββατο στις οκτώ το βράδυ, στη λέσχη αξιωματικών!
   -Έγινε Στρατηγέ! Το Σάββατο λοιπόν... Με κάνετε πολύ χαρούμενο, που θα βρεθώ μαζί σας...


   Το Σάββατο το βράδυ ψιλόβρεχε κι έκανε φοβερό κρύο. Ο Ματαφιάς έφθασε στη λέσχη με το τζιπ και τον οδηγό του, ένα τέταρτο πριν τις οκτώ με στρατιωτική περιβολή. Αλλά με κοντομάνικο πουκάμισο, παρά τη βροχή και το ψοφόκρυο. 
   -Κρυώνω και μόνο που τον βλέπω! ψιθύρισε ο δόκιμος στον λοχαγό δίπλα του, καθώς τον είδε από το τζάμι, να έρχεται με το κοντομάνικο.
   Ο Ματαφιάς μπήκε μέσα χαρούμενος, πρώτον γιατί του άρεσε η βροχή  και δεύτερον γιατί θα έκανε το τραπέζι λαγό στιφάδο, σε έναν άνθρωπο που και κείνος συμπαθούσε πολύ. Στον Νομάρχη, ο οποίος ανήκε μάλιστα στη... δημοκρατική παράταξη. Και ο Ματαφιάς, παρά την αυστηρότητα του, παρά τον τρόμο που ενέπνεε σε αξιωματικούς και στρατιώτες -και περισσότερο στους εχθρούς- στην πραγματικότητα αγαπούσε την ελευθερία και τη δημοκρατία. Και αν ήταν αυστηρός με τους στρατιώτες του, ήταν ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο... Γιατί πίστευε πως πρέπει να είναι πανέτοιμοι να προστατεύσουν την ελευθερία και τη δημοκρατία. Οι στρατιώτες είναι η ασπίδα αυτών των δύο υπέρτατων αγαθών. Και πρέπει να είναι από ατσάλι αυτή η ασπίδα...
   Μπήκε στη λέσχη αφού στην εξώπορτα, σκούπισε για λίγο τα παπούτσια του στο χαλί. Μετά προχώρησε στα ενδότερα, τρίβοντας τα χέρια του. Θα χαλάρωνε για λίγο με τον συμπαθή κύριο Νομάρχη. Η ευαίσθητη μύτη του, ήδη έπιανε στην ατμόσφαιρα, τα αόρατα κύματα μαγειρευτού στιφάδου. 
   -Καλησπέρα! Όλα καλά; ρώτησε τον υπεύθυνο λοχαγό της λέσχης και διάλεξε ένα τραπέζι κοντά στη τζαμαρία.
   -Καλησπέρα! Μάλιστα Στρατηγέ μου... απάντησε ο λοχαγός.
   -Φέρτε μου ένα ποτήρι κρασί! Μπρούσκο! Βαθύ κόκκινο!
   Ο Ματαφιάς αισθανόταν όμορφα τούτο το βράδι. Έβλεπε τις σταγόνες τη βροχής που έπεφταν πάνω στη τζαμαρία και αισθανόταν μια παράξενη θαλπωρή. Χαμογέλασε με τον εαυτό του. Γερνούσε μάλλον. Εκείνος που είχε φάει με το κουτάλι στη στρατιωτική του ζωή εκστρατείες, σκηνάκια, ασκήσεις στα χιόνια, ανταρτοπόλεμους, εκείνος που είχε πάει στο εξωτερικό εκπαιδεύοντας ξένους μαχητές για το καλό της πατρίδας, που είχε περάσει τόσα και μάλιστα βρισκόταν από το πρωί μέχρι την άλλη μέρα το πρωί στα μέτωπα του αγώνα, αισθανόταν μια παράξενη έλξη για θαλπωρή τελευταία. Ίσως ήταν ώρα να βγει στη σύνταξη. Να φτιάξει ένα σπίτι σ΄ ένα χωριό, να ανάβει το χειμώνα το τζάκι και να μαζεύει τα βράδια φίλους. Όμως όχι, για το Θεό! Βαστούσε ακόμα! Έβραζε το αίμα του! Και η πατρίδα τον είχε ακόμη ανάγκη! Όταν ένας στρατιώτης έφερε το κρασί και δοκίμασε, ένας μικρός θυμός αναδεύτηκε μέσα του και προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις περί... θαλπωρής και σύνταξης, που ένιωσε προς στιγμή να τον κυριεύουν. Ξέσπασε στον στρατιώτη...
   -Το θέλω λίγο πιο κρύο πανάθεμά σας! Βάλε το μπουκάλι για λίγο στην κατάψυξη, μέχρι να έρθει ο Νομάρχης!
   Ο στρατιώτης πήρε το μπουκάλι με το κρασί και έσπευσε να εκτελέσει τη διαταγή του Στρατηγού...
   -Τη βάψαμε! Έχει τα νεύρα του! είπε στον δόκιμο, που περιφερόταν αγχωμένος στην κουζίνα.


   Όμως δεν ήταν αγχωμένος μόνο ο δόκιμος εκείνο το βράδυ. Ήταν και ο λοχαγός και οι μάγειροι και οι βοηθοί και οι στρατιώτες σερβιτόροι. Καμιά δεκαπενταριά άτομα στη λέσχη Αξιωματικών Μυτιλήνης εκείνο το βράδυ, θάθελαν να άνοιγε η γη να τους καταπιεί. Ο λοχαγός μάλιστα, δεν είχε κλείσει μάτι την προηγούμενη νύχτα. Και είχε δίκιο να μην κοιμηθεί. Από τη στιγμή που ήρθε στη λέσχη η διαταγή του Ματαφιά να αποψύξουν τον λαγό που είχε στείλει κάποτε και να τον μαγειρέψουν ώστε να είναι έτοιμος στις οκτώ το βράδυ του Σαββάτου, τους έπιασε όλους πανικός. Απλά γιατί δεν υπήρχε λαγός! Όσο κι αν έψαξαν στις καταψύξεις, όσο κι αν τις άδειασαν και τις ξανάδειασαν, ίχνος λαγού δε βρέθηκε! Και ενώ όλοι αναλώνονταν με το μεταφυσικό ερώτημα τι μπορεί να έχει γίνει ο λαγός του Ματαφιά, αφού κατά γενική ομολογία δεν τον είχε πειράξει κανείς, κατέφθασε ο δόκιμος με τον λαντζέρη στρατιώτη της λέσχης, τον Καψάλη. Είχαν πάει για ψώνια στην αγορά. ΄Οταν ο Λαρισαίος Καψάλης έμαθε τα καθέκαστα, έδωσε επιτέλους την εξήγηση...
   -Αϊ ρε... θαν αυτούις που πετάξαμ! Κάναμ΄απόψυξ΄ τον Ιούν΄, τουν ξεχάσαμ΄απόξου και βρώμσε!
   Του λοχαγού του ήρθε να τον πνίξει!
   -Και τώρα; Τι κάνουμε  τώρα Καψάλη; Βρες μου λαγό τώρα! Τώρα!!
  -Και πού να τουν εύρου κυρ λουχαγέ τουν λαγό; Σάματις είμ΄ κυνηγός; Βλεπ΄ς κάνα δίκανου; Ή τον έχμε δεμένου δώ παραπέρα και μας περιμέν΄;
  Ο λοχαγός και ο δόκιμος έπεσαν σε απόγνωση. Τόφερναν από δω, τόφερναν από κει, λύση δε φαινόταν πουθενά. Αδιέξοδο! Πού να έβρισκαν λαγό μέσα σε λίγες ώρες; Να πούνε στον Ματαφιά πως τον έχασαν, θα τους έπαιρνε ο διάολος. Άσε που μπορεί να νόμιζε, πως του τον έφαγαν κιόλας... Πάνω στην απελπισία τους λοιπόν, υιοθέτησαν την πρόταση του Καψάλη...
  -Ό,τι γίνκε γίνκε κυρ λουχαγέ! Θα πάμι στην αγουρά, θα πάρουμ΄ ένα κνέλι και θα το μαγειρέψουμ΄ στιφάδ΄... Κι ου Θεός βοηθός!
   Γι΄αυτό ήταν σε κατάσταση πανικού οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της λέσχης στη Μυτιλήνη, εκείνο το Σαββατόβραδο. Δε μαγείρευαν λαγό για τον Ματαφιά... αλλά κουνέλι! Και βρίσκονταν τώρα, ακριβώς σ΄αυτό που είχε πει ο Καψάλης. Στο... ο Θεός βοηθός!


   Στις οκτώ ήρθε και ο Νομάρχης. Μετά τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, κάθισαν και κάποια στιγμή, ο Στρατηγός έδωσε εντολή να σερβίρουν. Όταν όμως ήρθαν τα πιάτα και άρχισαν να τρώνε, δεν άργησε ο Ματαφιάς να καταλάβει, ότι αυτό που έτρωγαν δεν ήταν φυσικά λαγός. Κατ΄ αρχήν από το χρώμα. Το κρέας του λαγού είναι μαύρο, ενώ ετούτο ήταν λευκό. Μετά από τη νοστιμιά. Καλομαγειρεμένο ήταν και το κουνέλι βέβαια, αλλά άλλη η χάρη και η νοστιμιά του λαγού. Τι έγινε ο λαγός του; Ο Ματαφιάς άρχισε να βράζει από μέσα του, αλλά προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του, γιατί απέναντί του είχε υψηλό προσκεκλημένο. Ο Νομάρχης από την άλλη, κατάλαβε δεν κατάλαβε τι έτρωγε, ήταν πάντως μέσα στην καλή χαρά... 
  -Και τι νόστιμος ο λαγός Στρατηγέ!... και... Τον έχουν μαγειρέψει τέλεια τον λαγό οι στρατιώτες σου Στρατηγέ! 
   Σα να τόνιζε κάπως παράξενα όμως τη λέξη ΄΄λαγός΄΄ ο Νομάρχης. Μήπως τον δούλευε; Αλλά πάλι, μπορεί να ήταν και ιδέα του. Πάντως το άδειασε το πιάτο του ο Νομάρχης και ο Ματαφιάς έδωσε εντολή να του βάλουν κι άλλη μερίδα, που ο καλεσμένος δεν αρνήθηκε. Σε λίγο χόρτασαν, το κρασάκι άρχισε να κάνει τη δουλειά του και η κουβεντούλα κυλούσε φιλικά και όμορφα περί ανέμων και υδάτων. Άρχισαν να λένε μάλιστα και αστεία και να γελούν τρανταχτά οι δύο συνδαιτημόνες. Όλα έδειχναν τοσο τέλεια, που ο λοχαγός με το δόκιμο που τους παρακολουθούσαν διακριτικά αλλά με κομμένη την ανάσα τόση ώρα, άρχισαν να ξεφυσούν ανακουφισμένοι. Κάποτε όμως πέρασε η ώρα. Ο Νομάρχης σηκώθηκε να φύγει. Ο Ματαφιάς τον ξεπροβόδισε ως την έξοδο και επειδή είχε αρχίσει να βρέχει πολύ, έδωσε εντολή σε έναν στρατιώτη να τον συνοδεύσει με μια ομπρέλα στο αυτοκίνητό του. Όταν το όχημα του επισκέπτη απομακρύνθηκε, ένα ουρλιαχτό έσκισε την αίθουσα της λέσχης...
    -Λοχαγέ!
    Ήταν ο Ματαφιάς που είχε πετάξει στα σκαλιά το φιλικό προσωπείο που φορούσε τόση ώρα για τον φιλοξενούμενό του και τώρα ερχόταν οργισμένος και ακάθεκτος, καταπάνω στον λοχαγό...
    -Μαζευτείτε όλοι! Θα σας σκίσω! Δε θα με κάνετε ρεζίλι εσείς εμένα! Εδώ μπροστά, προσοχή όλοι! 
   Ο λοχαγός, ο δόκιμος και οι στρατιώτες της λέσχης -που πετάχτηκαν σαν ποντίκια μέσα από την κουζίνα- στάθηκαν όλοι προσοχή μπροστά στον Ματαφιά...
    -Τι εντολή έδωσα να φτιάξετε σήμερα λοχαγέ;
    -Λαγό στιφάδο Στρατηγέ μου!
    -Και σεις τι φτιάξατε;
    -Λαγό νομίζω Στρατηγέ μου!
    -Νομίζεις; Νομίζεις; Αν αυτός ήταν λαγός, εγώ είμαι ο Άρης Βελουχιώτης!
  Ο Ματαφιάς άρχισε τον εξάψαλμο. Πως τον έκαναν ρεζίλι, πως ολόκληρος Νομάρχης δεν ήταν κάνα χαζοπούλι να μην καταλάβει πως δεν έτρωγε λαγό αλλά ένα παλιοκούνελο και πως εκτέθηκε ανεπανόρθωτα απέναντι σε έναν καλό φίλο, ο οποίος θα κοινωλογήσει σε όλο το νησί πως ήμαστε άχρηστοι, αφού άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε και πως κοροιδεύουμε τον κόσμο... πως δεν ήμαστε άξιοι ούτε ένα τραπέζι με λαγό στιφάδο να κάνουμε. Ο Ματαφιάς άρχισε να μοιράζει φυλακές. Στον λοχαγό, στον δόκιμο, στους στρατιώτες. Και όταν ένιωσε πως ξέσπασε, γύρισε να φύγει. Η τελευταία λέξη που είπε ήταν... 
    -Άχρηστοι! 
    Μα πριν προλάβει να φτάσει στην εξώπορτα, άκουσε μια φωνή πίσω του...
    -Επιτρέπετ΄ Στρατηγέμ;
   Ο Ματαφιάς στράφηκε πάλι προς τη γραμμή των στρατιωτών, που τελούσαν ακόμη υπό προσοχή.
   -Ποιος; Ποιος μίλησε; ούρλιαξε.
   -Ιγώ Στρατηγέμ! είπε ο Καψάλης κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
   Ο Ματαφιάς τον πλησίασε αγριεμένος.
   -Λέγε! Λέγε, τι θες να πεις. Κατ΄αρχήν παρουσιάσου!
   Ο Καψάλης με βροντερή, θαρραλέα φωνή παρουσιάστηκε...
   -Στρατιώτς πεζκού, Καψάλς Νικόλαους!
   -Λέγε, τι έχεις να πεις στρατιώτη πεζικού Καψάλη;
   Εκείνος, με την ιδιαίτερη προφορά του χωριού του, έντιμα και παλικαρίσια, άρχισε να εξηγεί στον Στρατηγό, πώς είχε πραγματικά η υπόθεση. Όλη την αλήθεια. Πως έκαναν απόψυξη το καλοκαίρι, ξέχασαν τον λαγό πίσω από ένα κουτί, ο λαγός μύρισε και τον πέταξαν. Μετά φοβήθηκαν να πούνε την αλήθεια και...
   Ο Ματαφιάς ακούγοντας αυτόν τον γενναίο στρατιώτη που δεν υπολόγισε τίποτα και βγήκε ακόμη και μπροστά από το λοχαγό του για να εξηγηθεί μαζί του, χάρηκε μέσα του. Τέτοιους στρατιώτες ήθελε! Μετά άρχισε να διαλύει  την οργή του, η ιδιαίτερη προφορά του Καψάλη. Τους αγαπούσε αυτούς τους στρατιώτες ο Ματαφιάς. Που είχαν αφήσει τα χωριά τους, γονείς και φίλους, ίσως κοπέλες και αρραβωνιαστικές και είχαν έρθει σ΄αυτά τα νησιά να υπηρετήσουν την πατρίδα. Ναι, τους αγαπούσε. Αυτά τα χωριατόπαιδα έβαζαν στις δύσκολες στιγμές πάντα τα στήθια τους μπροστά. Αυτά τα απλά παιδιά από τα χωριά της Ελλάδας ήταν αγνά και αν γινόταν κάτι θα πολεμούσαν για να υπερασπίσουν μια σπιθαμή γης, σαν σκυλιά. Κοντολογίς, ο Καψάλης με λίγες κουβέντες, με τη φιλαλήθειά του, με την παλικαριά και με την ιδιαίτερη προφορά του, μέσα σε ένα λεπτό τον είχε τουμπάρει τον Ματαφιά. Μα το γλυκό είχε και κερασάκι...
    -Γι΄αυτό Στρατηγέμ αποφασίσαμ ούλοι μαζί, να σας φτιάξμε έναν... ήμερο λαγό!
   Ο Ματαφιάς ήταν ήδη έτοιμος να παραδοθεί και να συγχωρήσει τους πάντες, μετά την παρέμβαση του Καψάλη και να τη γλιτώσουν με μια απλή επίπληξη. Θα έριχνε μόνο πέντε μέρες φυλακή στον λοχαγό, γιατί δεν του είχε πει την αλήθεια. Όταν άκουσε όμως τον Καψάλη να αποκαλεί το κουνέλι... ήμερο λαγό, δεν κρατήθηκε. Ξέσπασε σε γέλια...
   Γύρισε πάλι προς την έξοδο και χωρίς να κοιτάζει φώναξε...
   -Άκυρες όλες οι φυλακές! Μια χαρά τα πήγατε όλοι! Καλό βράδυ!
   Όταν άκουσαν το τζιπ να απομακρύνεται, χαλάρωσαν από τη στάση προσοχής, ανακουφισμένοι. Μόνο ο Καψάλης έφερε μια γυροβολιά γύρω από τον εαυτό του, σα να χόρευε ζειμπέκικο...
   -Πόσο θα έχς τουν Καψάλ΄ ακόμα κυρ λουχαγέ να σι΄ σώνει;;; Χάιντε μωρέ κι έχου έξουδο σήμερα! Θα του κάψουμε με τσ΄ γκόμνες στου λιμάν΄...
      

Γιώργος Πύργαρης
21/10/23

Η καταιγίδα

  Τα σύννεφα ήρθαν ξαφνικά από τα δυτικά και πολύ γρήγορα γέμισαν απ' άκρη σ' άκρη τον ουρανό. Μαύρα, βαριά, απειλητικά. Προκαταιγίδ...